Διαδικτυακή Βίβλος

Διαφημίσεις


Ολόκληρη η Βίβλος Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη




Πράξεις Αποστόλων 2:37 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν

Ὅταν ἄκουσαν αὐτά, συγκινήθηκαν βαθειὰ καὶ εἶπαν εἰς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους, «Τί πρέπει νὰ κάνωμεν, ἄνδρες ἀδελφοί;».

Δείτε το κεφάλαιο

Περισσότερες εκδόσεις

H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)

Kαι όταν τα άκουσαν αυτά, η καρδιά τους ήρθε σε κατάνυξη, και είπαν στον Πέτρο και στους υπόλοιπους αποστόλους: Tι πρέπει να κάνουμε, άνδρες αδελφοί;

Δείτε το κεφάλαιο

Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου

Όταν τα άκουσαν αυτά, ένιωσαν σαν να σκίζονται με μαχαίρι οι καρδιές τους, και είπαν στον Πέτρο και στους άλλους αποστόλους: «Τι πρέπει να κάνουμε τώρα, άνδρες αδελφοί;».

Δείτε το κεφάλαιο

Cata Lucan Evanghelion ke e Praxis ton Apostolon 1859 (Frangochiatika)

Afu dhe icusan tafta, ilthen is catanixin i cardhìa afton, ke ipon pros to Petron ke tus lipus apostòlus, Tì prepi na camomen, andhres adhelfi?

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Όταν τ’ άκουσαν αυτά, ένιωσαν, βαθιά συντριβή και είπαν στον Πέτρο και στους άλλους αποστόλους: «Τι να κάνουμε, αδερφοί;»

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Όταν τ’ άκουσαν αυτά, ένιωσαν, βαθιά συντριβή και είπαν στον Πέτρο και στους άλλους αποστόλους: «Τι να κάνουμε, αδερφοί;»

Δείτε το κεφάλαιο

Textus Receptus (Scrivener 1894)

ακουσαντες δε κατενυγησαν τη καρδια ειπον τε προς τον πετρον και τους λοιπους αποστολους τι ποιησομεν ανδρες αδελφοι

Δείτε το κεφάλαιο
Άλλες μεταφράσεις



Πράξεις Αποστόλων 2:37
20 Σταυροειδείς Αναφορές  

Καὶ τὰ πλήθη τὸν ἐρωτοῦσαν, «Τί λοιπὸν νὰ κάνωμε;».


Ἦλθαν δὲ οἱ τελῶναι νὰ βαπτισθοῦν καὶ τοῦ εἶπαν, «Διδάσκαλε, τί νὰ κάνωμε;».


Τὸν ἐρωτοῦσαν καὶ στρατιωτικοί, «Καὶ ἐμεῖς τί νὰ κάνωμε;». Εἰς αὐτοὺς εἶπε, «Κανένα νὰ μὴ ἐκβιάσετε οὔτε νὰ συκοφαντήσετε ἀλλὰ νὰ ἀρκῆσθε εἰς τὸν μισθόν σας».


Ὅταν τὸ ἄκουσαν ἐκεῖνοι, ἔφυγαν ὁ ἕνας ὕστερα ἀπὸ τὸν ἄλλον, πρῶτοι οἱ γεροντότεροι, καὶ ἔμεινε μόνος ὁ Ἰησοῦς καὶ ἡ γυναῖκα εἰς τὸ μέσον.


«Ἄνδρες ἀδελφοί, ἔπρεπε νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ γραφὴ αὐτή, τὴν ὁποίαν προεῖπε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον διὰ τοῦ στόματος τοῦ Δαυῒδ διὰ τὸν Ἰούδαν, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἀρχηγὸς εἰς ἐκείνους ποὺ συνέλαβαν τὸν Ἰησοῦν,


Εἶπα τότε, «Τί νὰ κάνω, Κύριε;». Ὁ δὲ Κύριος μοῦ εἶπε, «Σήκω, πήγαινε εἰς τὴν Δαμασκὸν καὶ ἐκεῖ θὰ σοῦ ποῦν ὅλα ὅσα εἶναι καθωρισμένα διὰ σὲ νὰ κάνῃς».


Ὅταν ἄκουσαν αὐτά, ἔτριζαν τὰ δόντια καὶ ἐσκέπτοντο νὰ τοὺς σκοτώσουν.


Ἐνῷ ἄκουαν αὐτά, ὠργίσθησαν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια τους ἐναντίον του.


Ἐγὼ ἐζοῦσα κάποτε χωρὶς νὰ ἔχω νόμον, ἀλλ᾽ ὅταν ἦλθε ἡ ἐντολή, ἡ ἁμαρτία ἀνέζησε,