ἔγκλημα (see ἐν, III. 3), ἐγκλήματος, τό (ἐγκαλέω), accusation: the crime of which one is accused, Acts 25:16; ἔγκλημαἔχειν, to have laid to one's charge, be accused of a crime, Acts 23:29. (Often in Attic writings from Sophocles and Thucydides on.) [SYNONYMS: see κατηγορέω; cf. Isocrates 16, 2 τάςμένγάρδίκαςὑπέρτῶνἰδίωνἐγκληματωνλαγχανουσι, τάςδέκατηγοριαςὑπέρτῶντῆςπόλεωςπραγμάτωνποιοῦνται, καίπλείωχρόνονδιατριβουσιτόνπατέραμουδιαβαλλοντεςἤκτλ.]