καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθηκα, ἐπῆγα καὶ ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου εἰς τὴν γῆν, ἰδὲς ἔχεις ὅ,τι εἶναι δικό σου».
Προς Ρωμαίους 8:15 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν Δὲν ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας ποὺ νὰ σᾶς φέρῃ πάλιν εἰς τὴν κατάστασιν φόβου, ἀλλ᾽ ἐλάβετε πνεῦμα ποὺ σᾶς κάνει υἱούς, διὰ τοῦ ὁποίου φωνάζομεν «Ἀββᾶ, Πατέρα». Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Δεδομένου ότι, δεν λάβατε πνεύμα δουλείας, ώστε πάλι να φοβάστε, αλλά λάβατε πνεύμα υιοθεσίας, με το οποίο κράζουμε: Aββά, Πατέρα. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Γιατί δε λάβατε πνεύμα που σας κάνει πάλι δούλους ώστε να έχετε φόβο, αλλά λάβατε Πνεύμα που σας χαρίζει την υιοθεσία, χάρη στο οποίο και αποκαλούμε τον Θεό: «Αββά, Πατέρα!». Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Γιατί το Πνεύμα που σας έδωσε ο Θεός δεν εμπνέει φόβο για το Θεό ούτε κάνει τους ανθρώπους δούλους, αλλά παιδιά του Θεού. Αυτό το Πνεύμα μάς δίνει το θάρρος να λέμε το Θεό: «Αββά, Πατέρα μου!» Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Γιατί το Πνεύμα που σας έδωσε ο Θεός δεν εμπνέει φόβο για το Θεό ούτε κάνει τους ανθρώπους δούλους, αλλά παιδιά του Θεού. Αυτό το Πνεύμα μάς δίνει το θάρρος να λέμε το Θεό: «Αββά, Πατέρα μου!» Textus Receptus (Scrivener 1894) ου γαρ ελαβετε πνευμα δουλειας παλιν εις φοβον αλλ ελαβετε πνευμα υιοθεσιας εν ω κραζομεν αββα ο πατηρ Textus Receptus (Elzevir 1624) ου γαρ ελαβετε πνευμα δουλειας παλιν εις φοβον αλλ ελαβετε πνευμα υιοθεσιας εν ω κραζομεν αββα ο πατηρ |
καὶ ἐπειδὴ ἐφοβήθηκα, ἐπῆγα καὶ ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου εἰς τὴν γῆν, ἰδὲς ἔχεις ὅ,τι εἶναι δικό σου».
Καὶ ἔλεγε, «Ἀββᾶ, Πατέρα, ὅλα σοῦ εἶναι δυνατά· ἀπομάκρυνε ἀπὸ ἐμὲ τὸ ποτῆρι αὐτό· ἀλλ᾽ ἂς γίνῃ ὄχι ὅ,τι ἐγὼ θέλω ἀλλὰ ὅ,τι σὺ θέλεις».
Καὶ αὐτὸς ἀπήντησε, «Ὅταν προσεύχεσθε, νὰ λέτε, «Πατέρα μας ἐπουράνιε, ἂς τιμᾶται ὡς ἅγιον τὸ ὄνομά σου· ἂς ἔλθῃ ἡ βασιλεία σου· ἂς γίνῃ τὸ θέλημά σου ὅπως εἰς τὸν οὐρανόν, ἔτσι καὶ εἰς τὴν γῆν·
καὶ ἔλεγε, «Πατέρα, ἐὰν θέλῃς, ἀπομάκρυνε τὸ ποτῆρι τοῦτο ἀπὸ ἐμέ, πλὴν ἂς μὴ γίνῃ τὸ θέλημά μου ἀλλὰ τὸ δικό σου».
Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦν, ἔκραξε καὶ ἔπεσε εἰς τὰ πόδια του καὶ μὲ δυνατὴν φωνὴν εἶπε, «Τί ἐπεμβαίνεις σ᾽ ἐμέ, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ μὴ μὲ βασανίσῃς».
Τότε ὅλος ὁ πληθυσμὸς τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν τὸν παρεκάλεσε νὰ φύγῃ ἀπ᾽ αὐτούς, διότι κατείχοντο ἀπὸ φόβον μεγάλον. Αὐτὸς τότε ἐμπῆκε εἰς τὸ πλοιάριον καὶ ἐπέστρεψε.
Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, θὰ ἐλέγξῃ τὸν κόσμον ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν κρίσιν.
Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς, «Μὴ μὲ ἐγγίζῃς, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη εἰς τὸν Πατέρα μου. Πήγαινε ὅμως εἰς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους, «Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα σας καὶ Θεόν μου καὶ Θεόν σας».
Ἀφοῦ ἐζήτησε φῶτα, ἐπήδησε μέσα καί, τρομαγμένος, ἔπεσε εἰς τὰ πόδια τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα.
Ὅταν ἄκουσαν αὐτά, συγκινήθηκαν βαθειὰ καὶ εἶπαν εἰς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους, «Τί πρέπει νὰ κάνωμεν, ἄνδρες ἀδελφοί;».
Καὶ ὄχι μόνον αὐτή, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ποὺ ἔχομεν τὴν ἀπαρχὴν τοῦ Πνεύματος, στενάζομεν μέσα μας καθὼς περιμένομεν τὴν υἱοθεσίαν, τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματός μας.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὸ Πνεῦμα βοηθεῖ τὰς ἀδυναμίας μας, διότι δὲν γνωρίζομεν πῶς πρέπει νὰ προσευχώμεθα, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα μεσιτεύει γιὰ μᾶς μὲ στεναγμοὺς ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἐκφρασθοῦν μὲ λόγια·
οἱ ὁποῖοι εἶναι Ἰσραηλῖται, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει ἡ υἱοθεσία, ἡ δόξα, αἱ διαθῆκαι, ἡ νομοθεσία, ἡ λατρεία καὶ αἱ ὑποσχέσεις,
Ἐμεῖς δὲ δὲν ἐλάβαμε τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ νὰ γνωρίσωμεν ἐκεῖνα ποὺ μᾶς ἐχαρίσθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν.
Διότι ἐὰν ἔλθῃ κάποιος καὶ κηρύξῃ ἄλλον Ἰησοῦν, τὸν ὁποῖον δὲν ἐκηρύξαμεν, ἢ ἐὰν λάβετε διαφορετικὸν πνεῦμα, ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐλάβατε, ἢ εὐαγγέλιον διαφορετικὸν ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐδεχθήκατε, θὰ τὸν ἀνεχόσαστε καλά.
ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν παρεισάκτων ψευδαδέλφων, οἱ ὁποῖοι παρεισέφρυσαν διὰ νὰ ἐπιβουλευθοῦν τὴν ἐλευθερίαν μας, ποὺ ἔχομεν ὡς πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μᾶς ὑποδουλώσουν,
Εἰς τὴν ἐλευθερίαν λοιπόν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς μᾶς ἐλευθέρωσε, σταθῆτε σταθεροὶ καὶ μὴ θελήσετε νὰ ὑποταχθῆτε πάλιν εἰς ζυγὸν δουλείας.
μᾶς προώρισε νὰ εἴμεθα υἱοί του διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα πρὸς τὴν εὐαρέσκειαν τοῦ θελήματός του,
διότι ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔδωσε πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ.
καὶ νὰ ἐλευθερώσῃ ἐκείνους πού, ἀπὸ τὸν φόβον τοῦ θανάτου, ἦσαν ὑποδουλωμένοι καθ᾽ ὅλην τὴν ζωήν των.
Σὺ πιστεύεις ὅτι ἕνας εἶναι ὁ Θεός. Καλὰ κάνεις· καὶ τὰ δαιμόνια τὸ πιστεύουν αὐτὸ καὶ φρίττουν.
Φόβος δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἀγάπην, ἀλλ᾽ ἡ τελεία ἀγάπη διώχνει τὸν φόβον, διότι ὁ φόβος περιέχει τιμωρίαν, καὶ ἐκεῖνος ποὺ φοβᾶται δὲν εἶναι τέλειος εἰς τὴν ἀγάπην.