Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἀνεχώρησε ἀπ᾽ ἐκεῖ μὲ πλοιάριον εἰς ἔρημον τόπον μόνος του. Καὶ ὅταν τὸ ἔμαθεν ὁ κόσμος, τὸν ἀκολούθησαν πεζῆ ἀπὸ τὰς πόλεις.
Κατά Μάρκον 1:35 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν Τὸ πρωΐ, ἐνῷ ἦτο ἀκόμη νύχτα, ἐσηκώθηκε, ἐβγῆκε ἔξω καὶ ἐπῆγε εἰς ἕνα ἀπόμερον τόπον καὶ ἐκεῖ προσευχότανε. Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Kαι το πρωί, ενώ ήταν πολύ σκοτάδι, καθώς σηκώθηκε, βγήκε έξω, και πήγε σε έναν ερημικό τόπο, και εκεί προσευχόταν. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Νωρίς το άλλο πρωί, πολύ προτού φέξει, σηκώθηκε, βγήκε έξω και πήγε σ’ έναν ερημικό τόπο κι εκεί προσευχόταν. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Το πρωί, πολύ πριν ακόμα φέξει, ο Ιησούς βγήκε έξω και πήγε σ’ ένα ερημικό μέρος, κι εκεί προσευχόταν. Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Το πρωί, πολύ πριν ακόμα φέξει, ο Ιησούς βγήκε έξω και πήγε σ’ ένα ερημικό μέρος, κι εκεί προσευχόταν. Textus Receptus (Scrivener 1894) και πρωι εννυχον λιαν αναστας εξηλθεν και απηλθεν εις ερημον τοπον κακει προσηυχετο Textus Receptus (Elzevir 1624) και πρωι εννυχον λιαν αναστας εξηλθεν και απηλθεν εις ερημον τοπον κακει προσηυχετο |
Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἀνεχώρησε ἀπ᾽ ἐκεῖ μὲ πλοιάριον εἰς ἔρημον τόπον μόνος του. Καὶ ὅταν τὸ ἔμαθεν ὁ κόσμος, τὸν ἀκολούθησαν πεζῆ ἀπὸ τὰς πόλεις.
Καὶ ἀφοῦ διέλυσε τὸν κόσμον, ἀνέβηκε εἰς τὸ ὄρος διὰ νὰ προσευχηθῇ μόνος του. Ὅταν δὲ ἐβράδυασε, ἦτο ἐκεῖ μόνος.
Κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἐβγῆκε εἰς τὸ βουνὸ διὰ νὰ προσευχηθῇ καὶ διενυκτέρευε προσευχόμενος εἰς τὸν Θεόν.
Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, «Τὸ φαγητόν μου εἶναι νὰ κάνω τὸ θέλημα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἔστειλε καὶ νὰ τελειώσω τὸ ἔργον του.
Ὁ Ἰησοῦς, ἐπειδὴ ἀντελήφθη ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἔλθουν καὶ νὰ τὸν ἁρπάξουν, διὰ νὰ τὸν κάνουν βασιλέα, ἔφυγε πάλιν εἰς τὸ ὄρος μόνος.
Νὰ ἐμμένετε εἰς τὴν προσευχὴν καὶ τὴν δέησιν, προσευχόμενοι πάντοτε ἐν Πνεύματι καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν νὰ ἀγρυπνῆτε μὲ πλήρη ἐπιμονὴν καὶ δέησιν δι᾽ ὅλους τοὺς ἁγίους,
Ἂς ἐπικρατῇ μεταξύ σας τὸ ἴδιο φρόνημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν,
Ὁ Χριστὸς κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐπιγείου του ζωῆς, ἔκανε προσευχὰς καὶ παρακλήσεις μὲ κραυγὴν δυνατὴν καὶ μὲ δάκρυα πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἠμποροῦσε νὰ τὸν σώσῃ ἀπὸ τὸν θάνατον καί, ἀφοῦ εἰσακούσθηκε λόγῳ τῆς εὐλαβείας του,