Κατά Λουκάν 12:17 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν καὶ ἐσκέπτετο μέσα του, «Τί νὰ κάνω, ἐπειδὴ δὲν ἔχω ποῦ νὰ συγκεντρώσω τοὺς καρπούς μου;» Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) και συλλογιζόταν μέσα του, λέγοντας: Tι να κάνω; Eπειδή, δεν έχω πού να συγκεντρώσω τούς καρπούς μου. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Σκεφτόταν λοιπόν ο άνθρωπος αυτός κι έλεγε από μέσα του: “Tι θα κάνω τώρα που δεν έχω πού να αποθηκέψω τα γεννήματά μου;”. Eίπε λοιπόν: Cata Lucan Evanghelion ke e Praxis ton Apostolon 1859 (Frangochiatika) Ke dhieloghizeto en eaftò, leghon, Ti na camo? dhioti dhen echo pu na sinaxo tus carpus mu. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Τότε εκείνος σκεφτόταν και έλεγε: “τι να κάνω; Δεν έχω μέρος να συγκεντρώσω τα γεννήματά μου! Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Τότε εκείνος σκεφτόταν και έλεγε: “τι να κάνω; Δεν έχω μέρος να συγκεντρώσω τα γεννήματά μου! Textus Receptus (Scrivener 1894) και διελογιζετο εν εαυτω λεγων τι ποιησω οτι ουκ εχω που συναξω τους καρπους μου |
Δίνε εἰς ὅποιον σοῦ ζητεῖ καὶ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ θέλει νὰ δανεισθῇ ἀπὸ σέ, μὴ ἀρνηθῇς».
῞Ενας νομικὸς ἐσηκώθηκε μὲ τὸν σκοπὸν νὰ τὸν πειράξῃ καὶ τοῦ εἶπε, «Διδάσκαλε, τί νὰ κάνω διὰ νὰ κληρονομήσω ζωὴν αἰώνιον;».
Τοὺς εἶπε δὲ τὴν ἑξῆς παραβολήν. «Ἑνὸς ἀνθρώπου πλουσίου τὰ χωράφια ἔφεραν ἐσοδείαν μεγάλην
καὶ εἶπε, «Αὐτὸ θὰ κάνω: θὰ κατεδαφίσω τὶς ἀποθήκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες καὶ θὰ συγκεντρώσω ἐκεῖ ὅλα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου,
Εἶπε δὲ εἰς τοὺς μαθητάς του, «Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, μὴ μεριμνᾶτε διὰ τὴν ζωήν σας τί θὰ φᾶτε οὔτε διὰ τὸ σῶμά σας τί θὰ ἐνδυθῆτε.
Πωλῆστε τὰ ὑπάρχοντά σας καὶ δῶστε ἐλεημοσύνην. Κάνετε διὰ τὸν ἑαυτόν σας βαλάντια ποὺ δὲν παληώνουν, θησαυρὸν ἀνεξάντλητον εἰς τοὺς οὐρανούς, ὅπου κλέπτης δὲν πλησιάζει, οὔτε σκόρος καταστρέφει,
Ὁ διαχειριστὴς εἶπε μέσα του, «Τί νὰ κάνω τώρα ποὺ ὁ κύριός μου μοῦ ἀφαιρεῖ τὴν διαχείρισιν; Νὰ σκάψω δὲν μπορῶ, νὰ ζητιανεύω ντρέπομαι.
«Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, κάνετε φίλους διὰ τοὺς ἑαυτούς σας χρησιμοποιοῦντες τὸν ἄδικον μαμωνᾶν, διὰ νὰ σᾶς δεχθοῦν εἰς τὰς αἰωνίους σκηνὰς, ὅταν πεθάνετε.
Ὅταν ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς, τοῦ εἶπε, «Ἕνα ἀκόμη σοῦ λείπει· πώλησε ὅλα ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ θὰ ἔχῃς θησαυρὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔλα, ἀκολούθησέ με».
Ὁ κύριός του τοῦ εἶπε, «Εὖγε, δοῦλε καλέ, εἰς ἐλάχιστα ἐφάνηκες ἔμπιστος, πάρε ἐξουσίαν ἐπάνω σὲ δέκα πόλεις».
Αὐτὸς δὲ τοὺς ἀπεκρίθη, «Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει δύο ὑποκάμισα ἂς δώσῃ εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τρόφιμα ἂς κάνῃ τὸ ἴδιο».
Ὅταν ἄκουσαν αὐτά, συγκινήθηκαν βαθειὰ καὶ εἶπαν εἰς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους, «Τί πρέπει νὰ κάνωμεν, ἄνδρες ἀδελφοί;».
Εἰς τοὺς πλουσίους τοῦ κόσμου τούτου, παράγγελλε νὰ μὴν εἶναι ὑπερήφανοι οὔτε νὰ ἔχουν τὴν ἐλπίδα τους εἰς τὴν ἀβεβαιότητα τοῦ πλούτου, ἀλλ᾽ εἰς τὸν Θεὸν τὸν ζωντανόν, ὁ ὁποῖος μᾶς παρέχει ὅλα πλούσια πρὸς ἀπόλαυσιν·
Μὲ τοῦτο ἐγνωρίσαμεν τί εἶναι ἀγάπη: ὅτι ἐκεῖνος ἔδωκε τὴν ζωήν του γιὰ μᾶς. Ἔτσι ὀφείλομεν καὶ ἐμεῖς νὰ δίνωμεν τὴν ζωήν μας ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν.