Έτσι ο Ιακώβ δούλεψε για τη Ραχήλ εφτά χρόνια· του φάνηκαν όμως σαν λίγες μέρες, γιατί την αγαπούσε.
Άσμα Ασμάτων 5:2 - Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Εγώ κοιμόμουν, μα ξαγρύπνα μου η καρδιά. Άκου, χτυπάει ο αγαπημένος μου και λέει: «Καλή μου, άνοιξέ μου, κι αδερφή μου, περιστεράκι μου και λατρευτή μου, γιατί η δροσιά σκέπασε το κεφάλι μου κι οι βραδινές σταλαγματιές νοτίσαν τα μαλλιά μου». H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Eγώ κoιμάμαι, αλλά η καρδιά μoυ αγρυπνάει· η φωνή τoύ αγαπητoύ μoυ· κρoύει· «Άνoιξέ μoυ, αδελφή μoυ, αγαπητή μoυ, περιστερά μoυ, αψεγάδιαστή μoυ· επειδή, τo κεφάλι μoυ γέμισε από δρόσo, oι πλόκαμοι των μαλλιών μoυ από σταγόνες τής νύχτας». Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Εγώ κοιμόμουν, μα ξαγρύπνα μου η καρδιά. Άκου, χτυπάει ο αγαπημένος μου και λέει: «Καλή μου, άνοιξέ μου, κι αδερφή μου, περιστεράκι μου και λατρευτή μου, γιατί η δροσιά σκέπασε το κεφάλι μου κι οι βραδινές σταλαγματιές νοτίσαν τα μαλλιά μου». |
Έτσι ο Ιακώβ δούλεψε για τη Ραχήλ εφτά χρόνια· του φάνηκαν όμως σαν λίγες μέρες, γιατί την αγαπούσε.
Τι όμορφος που είσαι, αγαπημένε μου, και ζηλευτός! Γρασίδι θαλερό είναι το κλινάρι μας.
Κρυμμένη περιστέρα μου στη σχισματιά του βράχου, στη χαραμάδα του γκρεμού, το πρόσωπό σου δείξε μου κι άσε ν’ ακούσω τη φωνή σου, γιατί γλυκιά σου είν’ η φωνή και θελκτική σου η όψη».
Ακούω τον αγαπημένο μου! Νάτος που έρχεται πηδώντας πάνω απ’ τα βουνά, τρέχοντας πάνω από τους λόφους.
Με γήτεψες, καλή μου κι αδερφή μου, μου πήρες την καρδιά με μια ματιά σου, μ’ ένα μονάχα τίναγμα του κεφαλιού σου.
Η κεφαλή του είναι καθάριο μάλαμα και τα μαλλιά του χουρμαδιάς κλαδιά, μαύρα σαν το κοράκι.
Άνοιξα στον αγαπημένο μου, μα ο καλός μου είχε φύγει. Λαχτάρησα ν’ ακούσω τη λαλιά του. Τον αναζήτησα και δεν τον βρήκα. Του φώναξα κι αυτός δε μ’ αποκρίθηκε.
Μια και μοναδική ’ναι η περιστέρα μου, η λατρευτή μου, της μάνας της μονάκριβη και διαλεχτή εκεινής που την εγέννα. Οι κοπελιές την είδαν και την καλοτύχισαν, οι παλλακίδες κι οι βασίλισσες, και την παινέψαν.
Είπα: «Θ’ ανέβω απά’ στο φοίνικα τα βάγια του θα πιάσω, θα γίνουνε τα στήθη σου σαν τα σταφύλια του αμπελιού, και της ανάσας σου η οσμή μοσκοβολιά από μήλα.
Πλήθος νερά να σβήσουν την αγάπη δεν μπορούν κι ούτε μπορούν ποτάμια να την πνίξουν. Αν κάποιος του σπιτιού του όλα τα πλούτη έδινε για ν’ αγοράσει αγάπη, άλλο από καταφρόνια δε θα κέρδιζε.
Τη ράχη μου έδωσα σ’ αυτούς που με μαστίγωναν και το σαγόνι μου σ’ αυτούς που μου ξερίζωναν τα γένια· δεν έκρυψα το πρόσωπό μου όταν με βρίζανε και μ’ έφτυναν.
Πολλοί έχουν εκπλαγεί γι’ αυτόν, γιατί ήταν τόσο παραμορφωμένη η όψη του· διέφερε απ’ την όψη των ανθρώπων.
Ο άγγελος που μιλούσε μαζί μου ήρθε πάλι και με ταρακούνησε, όπως όταν ξυπνάνε κάποιον απ’ τον ύπνο.
Γιατί όποιος ζητάει λαβαίνει κι όποιος ψάχνει βρίσκει κι όποιος χτυπά του ανοίγεται.
κι έτσι εκπληρώθηκε αυτό που είχε ειπωθεί μέσω του προφήτη Ησαΐα μ’ αυτά τα λόγια: Αυτός πήρε τις ασθένειές μας και βάσταξε τις αρρώστιες μας.
Το πρωί, πολύ πριν ακόμα φέξει, ο Ιησούς βγήκε έξω και πήγε σ’ ένα ερημικό μέρος, κι εκεί προσευχόταν.
Η αγωνία τον κυρίεψε και προσευχόταν πιο πολλή ώρα. Ο ιδρώτας του γινόταν σαν σταγόνες αίματος κι έπεφτε στη γη.
Εκείνες τις ημέρες ανέβηκε ο Ιησούς στο βουνό για να προσευχηθεί. Όλη τη νύχτα προσευχόταν στο Θεό.
Ο Πέτρος και οι σύντροφοί του είχαν πέσει σε ύπνο βαρύ. Όταν ξύπνησαν, είδαν τη λαμπρότητά του και τους δυο άντρες που στέκονταν δίπλα του.
Όταν βγάλει έξω τα πρόβατά του, μπαίνει αυτός μπροστά κι εκείνα τον ακολουθούν, γιατί αναγνωρίζουν τη φωνή του.
Έχω πεθάνει στο σταυρό μαζί με το Χριστό. Τώρα πια δε ζω εγώ, αλλά ζει στο πρόσωπό μου ο Χριστός. Κι η τωρινή σωματική μου ζωή είναι ζωή βασισμένη στην πίστη μου στον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και πέθανε εκούσια για χάρη μου.
Γι’ αυτό λέει ένας ύμνος: «Ξύπνα εσύ που κοιμάσαι, αναστήσου από τους νεκρούς, και θα σε φωτίσει ο Χριστός».
Είναι εκείνοι που δε μολύνθηκαν με γυναίκες, δηλαδή οι παρθένοι. Είναι εκείνοι που ακολουθούν το Αρνίο όπου κι αν πάει. Απ’ όλη την ανθρωπότητα αυτοί έχουν λυτρωθεί ως πρώτη προσφορά στο Θεό και στο Αρνίο.
Δες με, στέκομαι μπροστά στην πόρτα και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και μ’ ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο σπίτι του και θα δειπνήσω μαζί του, κι αυτός μαζί μου.
Έχεις όμως και μερικούς πιστούς στις Σάρδεις, που δε μόλυναν τα ρούχα τους με την απιστία. Αυτοί θα βαδίσουν μαζί μου ντυμένοι στα λευκά, γιατί το αξίζουν.