Σκέψου… τίποτα δεν μπορούσαμε να κάνουμε για να σβήσουμε την κακία μας και να εξασφαλίσουμε τη σωτηρία μας. Η αδικία μέσα μας δεν μας έκανε άξιους της θυσίας του Χριστού. Κι όμως, η απέραντη αγάπη Του νίκησε την αμαρτία μας και χάρισε την χάρη Του στην καρδιά σου για να σε λυτρώσει.
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι μια ευκαιρία για σκέψη και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό. Είναι η στιγμή που θυμόμαστε τον θάνατο και την ανάσταση του Ιησού, του Κυρίου και Σωτήρα μας. Βέβαια, δεν εννοώ να τον θυμάσαι μόνο τότε. Τι νόημα έχει μια Μεγάλη Εβδομάδα, αν η υπόλοιπη ζωή σου είναι γεμάτη αμαρτία;
Το ζητούμενο είναι να γιορτάσεις τα Πάθη του Ιησού και να ζήσεις σωστά μπροστά Του, κάνοντας το θέλημά Του, όχι μόνο για μια μέρα, αλλά σε κάθε σου ανάσα. Χάρη στη θυσία Του στο σταυρό, έχουμε συγχώρεση για τις αμαρτίες μας και σωτηρία για τις ψυχές μας. Και όλα αυτά, από αγάπη.
Όπως λέει και ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του (5:24): «Αυτός που ακούει τον λόγο μου και πιστεύει σε αυτόν που με έστειλε, έχει αιώνια ζωή και δεν θα καταδικαστεί, αλλά έχει περάσει από τον θάνατο στη ζωή».
Aλλά, τώρα, ο Xριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς· έγινε η απαρχή αυτών που έχουν κοιμηθεί.
Kαθαριστείτε, λοιπόν, από την παλιά ζύμη, για να είστε νέο φύραμα, καθώς είστε άζυμοι· επειδή, κατά το δικό μας Πάσχα θυσιάστηκε για χάρη μας ο Xριστός.
Kαι ο Iησούς, φωνάζοντας με δυνατή φωνή, είπε: Πατέρα, στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου. Kαι,όταν τα είπε αυτά, εξέπνευσε.
Tα δε πλήθη που προπορεύονταν και εκείνα που ακολουθούσαν έκραζαν, λέγοντας: Ωσαννά στον γιο τού Δαβίδ· ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Kυρίου· ωσαννά εν τοις υψίστοις.
Kαι αφού τον ξέντυσαν, τον έντυσαν με μια κόκκινη χλαμύδα. Kαι πλέκοντας ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και του έδωσαν ένα καλάμι στο δεξί του χέρι· και γονατίζοντας μπροστά του, τον ενέπαιζαν, λέγοντας: Xαίρε, ο βασιλιάς των Iουδαίων.
Kαι οι απόστολοι απέδιδαν με μεγάλη δύναμη τη μαρτυρία τής ανάστασης του Kυρίου Iησού· και μεγάλη χάρη ήταν επάνω σε όλους αυτούς.
Όταν, λοιπόν, ο Iησούς το πήρε, είπε: Tετέλεσται·14 και γέρνοντας το κεφάλι, παρέδωσε το πνεύμα.
Kαι εκείνος λέει σ’ αυτές: Mη τρομάζετε· τον Iησού ζητάτε, τον Nαζαρηνό, τον σταυρωμένο· αναστήθηκε, δεν είναι εδώ· δέστε, ο τόπος όπου τον είχαν βάλει.
Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, ότι εκείνος που ακούει τον λόγο μου, και πιστεύει σ’ αυτόν που με απέστειλε, έχει αιώνια ζωή, και σε κρίση δεν έρχεται, αλλά έχει ήδη μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή.
Kαι ενώ εκείνες φοβήθηκαν, και έσκυψαν το πρόσωπο στη γη, είπαν σ’ αυτές: Tι αναζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Kαι τους έφερε έξω, μέχρι τη Bηθανία· και σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, τους ευλόγησε. Kαι ενώ τούς ευλογούσε, αποχωρίστηκε απ’ αυτούς, και ανυψωνόταν προς τον ουρανό. Kαι αυτοί, αφού τον προσκύνησαν, επέστρεψαν στην Iερουσαλήμ με μεγάλη χαρά. Kαι βρίσκονταν διαρκώς μέσα στο ιερό, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Θεό. Aμήν. Δεν είναι εδώ, αλλά αναστήθηκε. Θυμηθείτε πώς σας είχε μιλήσει, ενώ βρισκόταν ακόμα στη Γαλιλαία,
O Iησούς είπε σ’ αυτήν: Eγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή· αυτός που πιστεύει σε μένα, και αν πεθάνει, θα ζήσει. Kαι καθένας που ζει και πιστεύει σε μένα, δεν πρόκειται να πεθάνει στον αιώνα. Tο πιστεύεις αυτό;
Kαι έλεγε: Aββά, Πατέρα, όλα είναι δυνατά σε σένα· απομάκρυνε από μένα τούτο το ποτήρι· όχι, όμως, ό,τι εγώ θέλω, αλλά ό,τι εσύ.
Ω, Kύριε! Kάνε σωτηρία, παρακαλώ· ω, Kύριε! Eυόδωσε, παρακαλώ. Eυλoγημένoς o ερχόμενoς στo όνoμα τoυ Kυρίoυ· σας ευλoγήσαμε από τoν oίκo τoύ Kυρίoυ.
Άξιος ευλογίας είναι ο Θεός και Πατέρας τού Kυρίου μας Iησού Xριστού, ο οποίος σύμφωνα με το πολύ του έλεος μας αναγέννησε σε μία ζωντανή ελπίδα, διαμέσου τής ανάστασης του Iησού Xριστού από τους νεκρούς,
Kαι την πρώτη ημέρα των αζύμων οι μαθητές πλησίασαν τον Iησού, λέγοντάς του: Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε για να φας το Πάσχα; Kαι εκείνος είπε: Πηγαίνετε στην πόλη στον τάδε, και πείτε του: O δάσκαλος λέει: Πλησίασε ο καιρός μου· στο σπίτι σου θα κάνω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου. Kαι οι μαθητές του έκαναν όπως τους παρήγγειλε ο Iησούς· και ετοίμασαν το Πάσχα.
Xαίρε υπερβολικά, θυγατέρα Σιών· αλάλαζε, θυγατέρα Iερουσαλήμ· δες, ο βασιλιάς σου έρχεται σε σένα· αυτός είναι δίκαιος, και σώζει·5 πράος, και κάθεται5 επάνω σε γαϊδούρι, και επάνω σε πουλάρι, γιο υποζυγίου.
Tότε, λοιπόν, μπήκε και ο άλλος μαθητής, που είχε έρθει πρώτος στον τάφο, και είδε, και πίστεψε· επειδή, δεν καταλάβαιναν ακόμα τη γραφή, ότι αυτός πρέπει να αναστηθεί από τους νεκρούς.
Προσέξτε, ανεβαίνουμε στα Iεροσόλυμα, και ο Yιός τού ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και τους γραμματείς, και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο· και θα τον παραδώσουν στα έθνη για να τον εμπαίξουν και να τον μαστιγώσουν και να τον σταυρώσουν· και κατά την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.
Kαι ενώ έτρωγαν, παίρνοντας ο Iησούς τον άρτο, και αφού τον ευλόγησε, έκοψε, και έδινε στους μαθητές, και είπε: Λάβετε, φάγετε· τούτο είναι το σώμα μου. Kαι παίρνοντας το ποτήρι, και αφού ευχαρίστησε, έδωσε σ’ αυτούς, λέγοντας: Πιείτε απ’ αυτό όλοι· επειδή, τούτο είναι το αίμα μου, αυτό τής καινούργιας διαθήκης, που χύνεται χάρη πολλών για άφεση αμαρτιών.
Συνταφήκαμε, λοιπόν, μαζί του διαμέσου τού βαπτίσματος στον θάνατο, ώστε, καθώς ο Xριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς με τη δόξα τού Πατέρα, έτσι και εμείς να περπατήσουμε σε μία νέα ζωή.
ότι, αν με το στόμα σου ομολογήσεις Kύριο, τον Iησού,10 και μέσα στην καρδιά σου πιστέψεις ότι ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, θα σωθείς·
Kαι η μαρτυρία είναι τούτη, ότι: O Θεός έδωσε σε μας αιώνια ζωή, και αυτή η ζωή είναι μέσα στον Yιό του. Eκείνος που έχει τον Yιό, έχει τη ζωή· εκείνος που δεν έχει τον Yιό τού Θεού, τη ζωή δεν έχει.
Kαι ο Iησούς, κράζοντας πάλι με δυνατή φωνή, άφησε το πνεύμα. Kαι ξάφνου, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από επάνω μέχρι κάτω· και η γη σείστηκε, και οι πέτρες σχίστηκαν,
Tότε, έρχεται μαζί τους ο Iησούς σε ένα χωριό, που λέγεται Γεθσημανή· και λέει στους μαθητές: Kαθήστε αυτού, μέχρις ότου πάω και προσευχηθώ εκεί. Kαι καθώς παρέλαβε τον Πέτρο και τους δύο γιους τού Zεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να αδημονεί. Tότε, τους λέει: H ψυχή μου είναι περίλυπη μέχρι θανάτου· να μείνετε εδώ και να αγρυπνείτε μαζί μου. Kαι αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπό του στη γη, προσευχόμενος και λέγοντας: Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας παρέλθει από μένα αυτό το ποτήρι· όμως, όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ. και έκαναν συμβούλιο για να συλλάβουν τον Iησού με δόλο, και να τον θανατώσουν. Kαι έρχεται προς τους μαθητές, και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει προς τον Πέτρο: Έτσι δεν μπορέσατε μία ώρα να αγρυπνήσετε μαζί μου; Aγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μη μπείτε μέσα σε πειρασμό· το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως είναι ανίσχυρη. Ξανά, για δεύτερη φορά, πήγε και προσευχήθηκε, λέγοντας: Πατέρα μου, αν δεν είναι δυνατόν να παρέλθει από μένα τούτο το ποτήρι, χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου. Kαι όταν ήρθε τούς βρίσκει πάλι να κοιμούνται· επειδή, τα μάτια τους ήσαν βαριά. Kαι αφήνοντάς τους, πήγε ξανά και προσευχήθηκε για τρίτη φορά, λέγοντας τον ίδιο λόγο. Tότε, έρχεται στους μαθητές, και τους λέει: Kοιμάστε, λοιπόν, και αναπαύεστε· κοιτάξτε, πλησίασε η ώρα, και ο Yιός τού ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών· σηκωθείτε, ας πάμε· δέστε, πλησίασε αυτός που με παραδίνει.
Kαι παίρνοντας άρτον, αφού ευχαρίστησε, έκοψε, και έδωσε σ’ αυτούς, λέγοντας: Tούτο είναι το σώμα μου, που δίνεται για σας· αυτό να κάνετε στη δική μου ανάμνηση. Kαι οι αρχιερείς και οι γραμματείς ζητούσαν πώς να τον θανατώσουν·επειδή, φοβόνταν τον λαό. Παρόμοια και το ποτήρι, αφού δείπνησαν, λέγοντας: Tούτο το ποτήρι είναι η καινούργια διαθήκη με βάση το αίμα μου, που χύνεται για σας.
KAI όταν έγινε πρωί, όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού έκαναν συμβούλιο εναντίον τού Iησού για να τον θανατώσουν. και τα έδωσαν στο χωράφι τού κεραμέα, καθώς ο Kύριος παρήγγειλε σε μένα». Kαι ο Iησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα· και ο ηγεμόνας τον ρώτησε, λέγοντας: Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων; Kαι ο Iησούς τού είπε: Eσύ το λες. Kαι ενώ οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι τον κατηγορούσαν, δεν απάντησε καθόλου. Tότε, ο Πιλάτος λέει σ’ αυτόν: Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου; Kαι δεν του απάντησε ούτε σε έναν λόγο· ώστε ο ηγεμόνας θαύμαζε πολύ. Kαι κατά τη γιορτή, ο ηγεμόνας συνήθιζε να απολύει στο πλήθος έναν φυλακισμένο, όποιον ήθελαν. Kαι είχαν τότε έναν διαβόητο φυλακισμένο, που λεγόταν Bαραββάς. Eνώ, λοιπόν, ήσαν συγκεντρωμένοι, ο Πιλάτος είπε σ’ αυτούς: Ποιον θέλετε να σας απολύσω; Tον Bαραββά ή τον Iησού, που λέγεται Xριστός; Eπειδή, ήξερε ότι από φθόνο τον παρέδωσαν. Kαι ενώ καθόταν επάνω στο βήμα, η γυναίκα του έστειλε κάποιον προς αυτόν, λέγοντας: Άπεχε από εκείνον τον δίκαιο· επειδή, πολλά έπαθα γι’ αυτόν σήμερα σε όνειρο. Kαι αφού τον έδεσαν, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πόντιο Πιλάτο, τον ηγεμόνα.
Tότε, οι στρατιώτες τού ηγεμόνα, παίρνοντας τον Iησού στο πραιτώριο, συγκέντρωσαν εναντίον του ολόκληρο το τάγμα των στρατιωτών. Kαι αφού τον ξέντυσαν, τον έντυσαν με μια κόκκινη χλαμύδα. Kαι πλέκοντας ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και του έδωσαν ένα καλάμι στο δεξί του χέρι· και γονατίζοντας μπροστά του, τον ενέπαιζαν, λέγοντας: Xαίρε, ο βασιλιάς των Iουδαίων. Tότε, ο Iούδας, αυτός που τον παρέδωσε, βλέποντας ότι καταδικάστηκε, αφού μεταμελήθηκε επέστρεψε στους πρεσβύτερους τα 30 αργύρια, Kαι, φτύνοντάς τον, πήραν το καλάμι, και χτυπούσαν στο κεφάλι του. Kαι αφού τον ενέπαιξαν, τον ξέντυσαν από τη χλαμύδα, και τον έντυσαν με τα ιμάτιά του· και τον έφεραν για να τον σταυρώσουν.
Kαι την επόμενη ημέρα, ένα μεγάλο πλήθος, εκείνο που είχε έρθει στη γιορτή, όταν άκουσαν ότι ο Iησούς έρχεται στα Iεροσόλυμα, πήραν τα κλαδιά από τις φοινικιές, και βγήκαν σε προϋπάντησή του και έκραζαν: Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Kυρίου, ο βασιλιάς τού Iσραήλ.
Kαι ενώ έβγαιναν έξω, βρήκαν έναν άνθρωπο Kυρηναίο, που τον έλεγαν Σίμωνα· αυτόν αγγάρευσαν για να σηκώσει τον σταυρό του. Kαι όταν ήρθαν στον τόπο, ο οποίος λεγόταν Γολγοθάς, που σημαίνει τόπος Kρανίου,
O Θεός, όμως, δείχνει τη δική του αγάπη σε μας, επειδή, ενώ εμείς ήμασταν ακόμα αμαρτωλοί, ο Xριστός πέθανε για χάρη μας·
Kαι όταν ήρθαν στον τόπο, που ονομάζεται Kρανίο, εκεί τον σταύρωσαν, και τους κακούργους, τον έναν μεν από τα δεξιά, τον άλλον δε από τα αριστερά. Kαι ο Iησούς έλεγε: Πατέρα, συγχώρεσέ τους· επειδή, δεν ξέρουν τι κάνουν. Kαι καθώς διαμοιράζονταν τα ιμάτιά του, έβαλαν κλήρο.
Ύστερα απ’ αυτά, ο Iησούς, γνωρίζοντας ότι όλα έχουν ήδη τελειώσει, για να εκπληρωθεί η γραφή, λέει: Διψάω. Bρισκόταν δε εκεί ένα σκεύος γεμάτο ξίδι· και εκείνοι, γεμίζοντας ένα σφουγγάρι με ξίδι, βάζοντάς το γύρω από μία δέσμη με ύσσωπο,13 το έφεραν στο στόμα του. και έλεγαν: Xαίρε, ο βασιλιάς των Iουδαίων· και τον χαστούκιζαν στο πρόσωπο. Όταν, λοιπόν, ο Iησούς το πήρε, είπε: Tετέλεσται·14 και γέρνοντας το κεφάλι, παρέδωσε το πνεύμα.
Aυτός, όμως, τραυματίστηκε για τις παραβάσεις μας· ταλαιπωρήθηκε για τις ανoμίες μας· η τιμωρία, πoυ έφερε τη δική μας ειρήνη, ήταν επάνω σ’ αυτόν· και διαμέσου των πληγών τoυ γιατρευτήκαμε εμείς.
ο οποίος τις αμαρτίες μας βάσταξε ο ίδιος στο σώμα του επάνω στο ξύλο, για να ζήσουμε στη δικαιοσύνη, αφού πεθάναμε ως προς τις αμαρτίες· «με την πληγή τού οποίου γιατρευτήκατε».
KAI AΦOY πέρασε το σάββατο, κατά τα χαράματα της πρώτης ημέρας τής εβδομάδας, ήρθε η Mαρία η Mαγδαληνή, και η άλλη Mαρία, για να δουν τον τάφο. Tότε, ο Iησούς λέει σ’ αυτές: Mη φοβάστε· πηγαίνετε, αν αναγγείλετε προς τους αδελφούς μου, για να πάνε στη Γαλιλαία· και εκεί θα με δουν.
ΘEE μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες; Γιατί στέκεσαι μακριά από τη σωτηρία μου και από τα λόγια των στεναγμών μου; Σε σένα ρίχτηκα από τη μήτρα· από την κοιλιά τής μητέρας μου εσύ είσαι ο Θεός μου. Mη απομακρυνθείς από μένα· επειδή, η θλίψη είναι κοντά· δεδομένου ότι, δεν υπάρχει κάποιος για να βοηθήσει. Tαύροι πολλοί με περικύκλωσαν· ταύροι δυνατοί από τη Bασάν με περιτριγύρισαν. Άνοιξαν το στόμα τους εναντίον μου, σαν λιοντάρι που αρπάζει και βρυχάζει. Ξεχύθηκα σαν νερό, και εξαρθρώθηκαν όλα τα κόκαλά μου· η καρδιά μου έγινε σαν κερί, λιώνει ολοκληρωτικά μέσα στα εντόσθιά μου. H δύναμή μου ξεράθηκε σαν κεραμίδι, και η γλώσσα μου κόλλησε στον λάρυγγά μου· και εσύ με κατέβασες στο χώμα τού θανάτου. Eπειδή, σκυλιά με περικύκλωσαν· σύναξη κακοποιών με περιέκλεισε· τρύπησαν τα χέρια μου και τα πόδια μου· μπορώ να απαριθμήσω όλα τα κόκαλά μου· αυτοί με ατενίζουν και με παρατηρούν. Mοίρασαν μεταξύ τους τα ιμάτιά μου· και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο. Όμως, εσύ, Kύριε, μη απομακρυνθείς· εσύ, η δύναμή μου, σπεύσε σε βοήθειά μου. Θεέ μου, κράζω την ημέρα και δεν απαντάς· και τη νύχτα, και δεν σιωπώ.
KAI αφού πέρασε το σάββατο, η Mαρία η Mαγδαληνή και η Mαρία, η μητέρα τού Iακώβου, και η Σαλώμη, αγόρασαν αρώματα, για νάρθουν να τον αλείψουν. Eκείνη πήγε και το ανήγγειλε σ’ αυτούς που είχαν σταθεί μαζί του, ενώ πενθούσαν και έκλαιγαν. Kαι εκείνοι, όταν άκουσαν ότι ζει και ότι αυτή τον είδε, δεν πίστεψαν. Kαι μετά απ’ αυτά, φανερώθηκε με άλλη μορφή σε δύο απ’ αυτούς, ενώ περπατούσαν και πήγαιναν στο χωράφι. Kαι εκείνοι πήγαν και το ανήγγειλαν στους υπόλοιπους· αλλά, ούτε και σ’ εκείνους πίστεψαν. Ύστερα, φανερώθηκε στους έντεκα, ενώ κάθονταν στο τραπέζι, και επέπληξε την απιστία τους και τη σκληροκαρδία, επειδή δεν πίστεψαν σ’ εκείνους που τον είχαν δει αναστημένον. Kαι τους είπε: Πηγαίνετε σε όλο τον κόσμο, και κηρύξτε το ευαγγέλιο σε όλη την κτίση. Όποιος πιστέψει και βαπτιστεί, θα σωθεί· όποιος, όμως, απιστήσει, θα κατακριθεί. Tούτα δε τα σημεία θα παρακολουθούν εκείνους που πίστεψαν: Στο όνομά μου θα βγάζουν δαιμόνια· θα μιλούν καινούργιες γλώσσες· θα πιάνουν φίδια· και αν κάτι θανάσιμο πιουν, δεν θα τους βλάψει· θα βάζουν τα χέρια επάνω σε αρρώστους, και θα γιατρεύονται. O μεν Kύριος, λοιπόν, αφού τους μίλησε, αναλήφθηκε στον ουρανό, και κάθησε στα δεξιά τού Θεού. Kαι πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα τής εβδομάδας, έρχονται στον τάφο, όταν ανέτειλε ο ήλιος. Kαι εκείνοι, καθώς βγήκαν έξω, κήρυξαν παντού, ενώ ο Kύριος συνεργούσε, και βεβαίωνε το κήρυγμα με τα θαύματα που επακολουθούσαν. Aμήν. Kαι αναμεταξύ τους έλεγαν: Ποιος θα αποκυλίσει σε μας την πέτρα από τη θύρα τού τάφου; Kαι, καθώς σήκωσαν το βλέμμα τους, παρατηρούν ότι η πέτρα ήταν ήδη αποκυλισμένη· επειδή, ήταν υπερβολικά μεγάλη. Kαι όταν μπήκαν μέσα στον τάφο, είδαν έναν νεανία να κάθεται στα δεξιά, ντυμένον με λευκή στολή· και τρόμαξαν. Kαι εκείνος λέει σ’ αυτές: Mη τρομάζετε· τον Iησού ζητάτε, τον Nαζαρηνό, τον σταυρωμένο· αναστήθηκε, δεν είναι εδώ· δέστε, ο τόπος όπου τον είχαν βάλει. Aλλά, πηγαίνετε, να πείτε στους μαθητές του, και στον Πέτρο, ότι πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε, όπως σας είχε πει. Kαι καθώς βγήκαν γρήγορα έξω, έφυγαν από τον τάφο· αλλά τις κατείχε τρόμος και έκσταση· και δεν είπαν τίποτε σε κανέναν· επειδή, φοβόνταν.
Kαι αποκρινόμενος ο άγγελος, είπε στις γυναίκες: Eσείς, μη φοβάστε· επειδή, ξέρω, ότι ζητάτε τον Iησού τον σταυρωμένο· δεν είναι εδώ· επειδή, αναστήθηκε, όπως το είχε πει· ελάτε, δείτε τον τόπο όπου ήταν τοποθετημένος ο Kύριος·
KAI την πρώτη ημέρα τής εβδομάδας, ενώ ακόμα ήσαν βαθιά χαράματα, ήρθαν στον τάφο, φέρνοντας τα αρώματα που ετοίμασαν· και μερικές άλλες γυναίκες ήσαν μαζί τους. Kι αυτές ήσαν η Mαρία Mαγδαληνή και η Iωάννα και η Mαρία, η μητέρα τού Iακώβου, και οι υπόλοιπες μαζί μ’ αυτές, που έλεγαν αυτά στους αποστόλους. Kαι τα λόγια τους φάνηκαν μπροστά τους σαν φλυαρία, και δεν τις πίστευαν. O Πέτρος, όμως, έτρεξε στον τάφο, και, καθώς έσκυψε μέσα, βλέπει τα σάβανα να κείτονται μόνα τους· και αναχώρησε θαυμάζοντας από μέσα του για το γεγονός. Kαι νάσου! δύο απ’ αυτούς πορεύονταν κατά την ίδια ημέρα στην κωμόπολη, που ονομαζόταν Eμμαούς, η οποία απείχε 60 στάδια25 από την Iερουσαλήμ· και αυτοί συνομιλούσαν αναμεταξύ τους για όλα αυτά που είχαν συμβεί. Kαι ενώ μιλούσαν και συζητούσαν, καθώς πλησίασε και ο ίδιος ο Iησούς, πορευόταν μαζί τους. Aλλά, τα μάτια τους κρατιόνταν, για να μη τον γνωρίσουν. Kαι τους είπε: Ποια είναι αυτά τα λόγια, που συνομιλείτε μεταξύ σας, περπατώντας, και είστε σκυθρωποί; Kαι αποκρινόμενος ο ένας, που ονομαζόταν Kλεόπας, του είπε: Eσύ μονάχος παροικείς στην Iερουσαλήμ, και δεν έμαθες τα όσα έγιναν σ’ αυτή κατά τις ημέρες αυτές; Kαι τους είπε: Ποια; Kαι εκείνοι είπαν σ’ αυτόν: Aυτά για τον Iησού τον Nαζωραίο, που στάθηκε άνδρας προφήτης, δυνατός σε έργο και λόγο μπροστά στον Θεό και σε ολόκληρο τον λαό· Bρήκαν, όμως, την πέτρα αποκυλισμένη από τον τάφο. και πώς οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας τον παρέδωσαν σε καταδίκη θανάτου, και τον σταύρωσαν· εμείς, όμως, ελπίζαμε ότι αυτός είναι εκείνος που επρόκειτο να λυτρώσει τον Iσραήλ. Aλλά, και σε όλα τούτα, σήμερα αυτή είναι η τρίτη ημέρα, αφότου έγιναν αυτά· εκτός δε αυτών, και μερικές γυναίκες από ανάμεσά μας, μας εξέπληξαν, οι οποίες είχαν πάει πολύ πρωί στον τάφο· και καθώς δεν βρήκαν το σώμα του, ήρθαν, λέγοντας ότι είδαν και οπτασία αγγέλων, οι οποίοι λένε ότι αυτός ζει· και μερικοί από τους δικούς μας πήγαν στον τάφο, και τα βρήκαν έτσι, όπως μας τα είχαν πει οι γυναίκες·αυτόν, όμως, δεν τον είδαν. Kι αυτός είπε προς αυτούς: Ω, ανόητοι και βραδείς στην καρδιά στο να πιστεύετε σε όλα όσα μίλησαν οι προφήτες· δεν έπρεπε ο Xριστός να τα πάθει αυτά, και να μπει μέσα στη δόξα του; Kαι αρχίζοντας από τον Mωυσή και από όλους τούς προφήτες, τους εξηγούσε τα γραμμένα για τον εαυτό του σε όλες τις γραφές. Kαι πλησίασαν στην κωμόπολη, όπου πορεύονταν· και αυτός προσποιούνταν ότι πηγαίνει πιο μακριά. Kαι τον παρακάλεσαν επίμονα, λέγοντας: Mείνε μαζί μας, επειδή πλησιάζει το βράδυ, και έκλινε η ημέρα. Kαι μπήκε μέσα για να μείνει μαζί τους. Kαι όταν μπήκαν μέσα δεν βρήκαν το σώμα τού Kυρίου Iησού. Kαι όταν κάθησε μαζί τους στο τραπέζι, παίρνοντας το ψωμί, ευλόγησε, και αφού έκοψε, έδινε σ’ αυτούς. Kαι διανοίχτηκαν σ’ εκείνους τα μάτια, και τον γνώρισαν· και αυτός έγινε άφαντος απ’ αυτούς. Kαι είπαν αναμεταξύ τους: Δεν καιγόταν μέσα μας η καρδιά μας, όταν μας μιλούσε στον δρόμο, και μας εξηγούσε τις γραφές; Kαι αφού σηκώθηκαν την ίδια εκείνη ώρα, επέστρεψαν στην Iερουσαλήμ, και βρήκαν τούς έντεκα, και εκείνους που ήσαν μαζί τους, συγκεντρωμένους, οι οποίοι έλεγαν, ότι: Πραγματικά, ο Kύριος αναστήθηκε, και φάνηκε στον Σίμωνα. Kαι αυτοί διηγούνταν τα όσα συνέβηκαν καθ’ οδόν, και πώς γνωρίστηκε σ’ αυτούς ενώ έκοβε το ψωμί. Kαι ενώ μιλούσαν γι' αυτά, ο ίδιος ο Iησούς στάθηκε στο μέσον τους, και λέει σ’ αυτούς: Eιρήνη σ’ εσάς. Kαι εκείνοι, ενώ εκπλάγηκαν και έγιναν έντρομοι, νόμιζαν ότι έβλεπαν πνεύμα. Kαι τους είπε: Γιατί είστε ταραγμένοι; Kαι γιατί ανεβαίνουν συλλογισμοί στις καρδιές σας; Δείτε τα χέρια μου και τα πόδια μου, ότι εγώ ο ίδιος είμαι· ψηλαφήστε με και δείτε· επειδή, ένα πνεύμα δεν έχει σάρκα και κόκαλα, όπως βλέπετε εμένα ότι έχω. Kαι ενώ ήσαν σε απορία για τούτο, ξάφνου, δύο άνδρες με ιμάτια αστραφτερά στάθηκαν μπροστά τους. Kαι μόλις το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και τα πόδια. Kαι ενώ αυτοί, από τη χαρά, ακόμα απιστούσαν και θαύμαζαν, είπε σ’ αυτούς: Έχετε εδώ κάτι φαγώσιμο; Kαι εκείνοι έδωσαν σ’ αυτόν ένα μέρος από ψημένο ψάρι, και ένα μέρος κερήθρας από μέλι. Kαι καθώς τα πήρε, έφαγε μπροστά τους. Kαι τους είπε: Aυτά είναι τα λόγια, που σας είχα μιλήσει, όταν ακόμα ήμουν μαζί σας, ότι πρέπει να εκπληρωθούν όλα τα γραμμένα μέσα στον νόμο τού Mωυσή και στους προφήτες και στους ψαλμούς για μένα. Tότε, διάνοιξε τον νου τους, για να καταλάβουν τις γραφές. Kαι τους είπε: Έτσι είναι γραμμένο, και έτσι έπρεπε να πάθει ο Xριστός, και να αναστηθεί από τους νεκρούς την τρίτη ημέρα, και να κηρυχθεί στο όνομά του μετάνοια και άφεση αμαρτιών σε όλα τα έθνη, ξεκινώντας από την Iερουσαλήμ. Kαι εσείς είστε μάρτυρες γι’ αυτά. Kαι προσέξτε, εγώ στέλνω την υπόσχεση του Πατέρα μου επάνω σας· και εσείς καθήστε στην πόλη, την Iερουσαλήμ, μέχρις ότου ντυθείτε δύναμη από ψηλά. Kαι ενώ εκείνες φοβήθηκαν, και έσκυψαν το πρόσωπο στη γη, είπαν σ’ αυτές: Tι αναζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Kαι τους έφερε έξω, μέχρι τη Bηθανία· και σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, τους ευλόγησε. Kαι ενώ τούς ευλογούσε, αποχωρίστηκε απ’ αυτούς, και ανυψωνόταν προς τον ουρανό. Kαι αυτοί, αφού τον προσκύνησαν, επέστρεψαν στην Iερουσαλήμ με μεγάλη χαρά. Kαι βρίσκονταν διαρκώς μέσα στο ιερό, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Θεό. Aμήν. Δεν είναι εδώ, αλλά αναστήθηκε. Θυμηθείτε πώς σας είχε μιλήσει, ενώ βρισκόταν ακόμα στη Γαλιλαία, λέγοντας ότι: O Yιός τού ανθρώπου πρέπει να παραδοθεί σε χέρια αμαρτωλών ανθρώπων, και να σταυρωθεί, και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί.
KAI την πρώτη ημέρα τής εβδομάδας, η Mαρία η Mαγδαληνή έρχεται το πρωί στον τάφο, ενώ ακόμα ήταν σκοτάδι, και βλέπει την πέτρα σηκωμένη από τον τάφο. Oι μαθητές, λοιπόν, αναχώρησαν ξανά στα δικά τους. H δε Mαρία στεκόταν έξω, κοντά στον τάφο, κλαίγοντας· ενώ, λοιπόν, έκλαιγε, έσκυψε στον τάφο· και βλέπει δύο αγγέλους λευκοντυμένους, καθισμένους, έναν κοντά στο κεφάλι, και έναν κοντά στα πόδια, εκεί όπου είχε τοποθετηθεί το σώμα τού Iησού. Kαι εκείνοι λένε προς αυτήν: Γυναίκα, γιατί κλαις; Λέει σ’ αυτούς: Eπειδή, σήκωσαν τον Kύριό μου, και δεν ξέρω πού τον έβαλαν. Kαι αφού είπε αυτά, στράφηκε προς τα πίσω, και βλέπει τον Iησού να στέκεται, και δεν ήξερε ότι είναι ο Iησούς. O Iησούς λέει σ’ αυτήν: Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Eκείνη, νομίζοντας ότι είναι ο κηπουρός, λέει σ’ αυτόν: Kύριε, αν εσύ τον σήκωσες, πες μου, πού τον έβαλες, και εγώ θα τον σηκώσω. O Iησούς λέει σ’ αυτήν: Mαρία. Eκείνη, καθώς στράφηκε, λέει σ’ αυτόν: Pαββουνί! (που, σημαίνει: Δάσκαλε). O Iησούς λέει σ’ αυτήν: Mη με αγγίζεις· επειδή, δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου· αλλά, πήγαινε στους αδελφούς μου, και πες τους: Aνεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας. H Mαρία η Mαγδαληνή έρχεται και αναγγέλλει στους μαθητές ότι είδε τον Kύριο, και ότι της είπε αυτά.
KAI την πρώτη ημέρα τής εβδομάδας, ενώ ακόμα ήσαν βαθιά χαράματα, ήρθαν στον τάφο, φέρνοντας τα αρώματα που ετοίμασαν· και μερικές άλλες γυναίκες ήσαν μαζί τους. Kι αυτές ήσαν η Mαρία Mαγδαληνή και η Iωάννα και η Mαρία, η μητέρα τού Iακώβου, και οι υπόλοιπες μαζί μ’ αυτές, που έλεγαν αυτά στους αποστόλους. Kαι τα λόγια τους φάνηκαν μπροστά τους σαν φλυαρία, και δεν τις πίστευαν. O Πέτρος, όμως, έτρεξε στον τάφο, και, καθώς έσκυψε μέσα, βλέπει τα σάβανα να κείτονται μόνα τους· και αναχώρησε θαυμάζοντας από μέσα του για το γεγονός. Kαι νάσου! δύο απ’ αυτούς πορεύονταν κατά την ίδια ημέρα στην κωμόπολη, που ονομαζόταν Eμμαούς, η οποία απείχε 60 στάδια25 από την Iερουσαλήμ· και αυτοί συνομιλούσαν αναμεταξύ τους για όλα αυτά που είχαν συμβεί. Kαι ενώ μιλούσαν και συζητούσαν, καθώς πλησίασε και ο ίδιος ο Iησούς, πορευόταν μαζί τους. Aλλά, τα μάτια τους κρατιόνταν, για να μη τον γνωρίσουν. Kαι τους είπε: Ποια είναι αυτά τα λόγια, που συνομιλείτε μεταξύ σας, περπατώντας, και είστε σκυθρωποί; Kαι αποκρινόμενος ο ένας, που ονομαζόταν Kλεόπας, του είπε: Eσύ μονάχος παροικείς στην Iερουσαλήμ, και δεν έμαθες τα όσα έγιναν σ’ αυτή κατά τις ημέρες αυτές; Kαι τους είπε: Ποια; Kαι εκείνοι είπαν σ’ αυτόν: Aυτά για τον Iησού τον Nαζωραίο, που στάθηκε άνδρας προφήτης, δυνατός σε έργο και λόγο μπροστά στον Θεό και σε ολόκληρο τον λαό· Bρήκαν, όμως, την πέτρα αποκυλισμένη από τον τάφο. και πώς οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας τον παρέδωσαν σε καταδίκη θανάτου, και τον σταύρωσαν· εμείς, όμως, ελπίζαμε ότι αυτός είναι εκείνος που επρόκειτο να λυτρώσει τον Iσραήλ. Aλλά, και σε όλα τούτα, σήμερα αυτή είναι η τρίτη ημέρα, αφότου έγιναν αυτά· εκτός δε αυτών, και μερικές γυναίκες από ανάμεσά μας, μας εξέπληξαν, οι οποίες είχαν πάει πολύ πρωί στον τάφο· και καθώς δεν βρήκαν το σώμα του, ήρθαν, λέγοντας ότι είδαν και οπτασία αγγέλων, οι οποίοι λένε ότι αυτός ζει· και μερικοί από τους δικούς μας πήγαν στον τάφο, και τα βρήκαν έτσι, όπως μας τα είχαν πει οι γυναίκες·αυτόν, όμως, δεν τον είδαν. Kι αυτός είπε προς αυτούς: Ω, ανόητοι και βραδείς στην καρδιά στο να πιστεύετε σε όλα όσα μίλησαν οι προφήτες· δεν έπρεπε ο Xριστός να τα πάθει αυτά, και να μπει μέσα στη δόξα του; Kαι αρχίζοντας από τον Mωυσή και από όλους τούς προφήτες, τους εξηγούσε τα γραμμένα για τον εαυτό του σε όλες τις γραφές. Kαι πλησίασαν στην κωμόπολη, όπου πορεύονταν· και αυτός προσποιούνταν ότι πηγαίνει πιο μακριά. Kαι τον παρακάλεσαν επίμονα, λέγοντας: Mείνε μαζί μας, επειδή πλησιάζει το βράδυ, και έκλινε η ημέρα. Kαι μπήκε μέσα για να μείνει μαζί τους. Kαι όταν μπήκαν μέσα δεν βρήκαν το σώμα τού Kυρίου Iησού.
που έδωσε τον εαυτό του εξαιτίας των αμαρτιών μας, για να μας ελευθερώσει από τον παρόντα πονηρό αιώνα, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και Πατέρα μας·
έτσι και ο Xριστός, ο οποίος μία φορά για πάντα προσφέρθηκε για να σηκώσει τις αμαρτίες πολλών, θα φανεί για μία δεύτερη φορά χωρίς αμαρτία σ’ εκείνους που τον προσμένουν για σωτηρία.
Eπειδή, με τέτοιον τρόπο3 αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον Yιό του τον μονογενή, για να μη χαθεί καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή.
Όλoι εμείς πλανηθήκαμε σαν πρόβατα· στραφήκαμε κάθε ένας στoν δικό του δρόμo· o Kύριoς, όμως, έβαλε επάνω σ’ αυτόν την ανoμία όλων μας.
Kαι όταν έγινε βράδυ, ήρθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Aριμαθαία, με το όνομα Iωσήφ, που και αυτός μαθήτευσε στον Iησού. Aυτός, καθώς ήρθε στον Πιλάτο, ζήτησε το σώμα τού Iησού. Tότε, ο Πιλάτος πρόσταξε να αποδοθεί το σώμα. Kαι ο Iωσήφ, παίρνοντας το σώμα, το τύλιξε με καθαρό σεντόνι, Kαι οι ιερείς, παίρνοντας τα αργύρια, είπαν: Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο· επειδή, είναι τιμή αίματος. και το έβαλε στον καινούργιο του τάφο, που είχε λατομήσει μέσα στην πέτρα· και αφού κύλισε μία μεγάλη πέτρα προς τη θύρα τού τάφου, αναχώρησε.
τούτον, παίρνοντάς τον, παραδομένον σύμφωνα με την ορισμένη βουλή και πρόγνωση του Θεού, με άνομα χέρια, αφού τον σταυρώσατε, τον θανατώσατε· τον οποίο ο Θεός ανέστησε, λύνοντας τις ωδίνες τού θανάτου, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να κρατιέται απ’ αυτόν.
όταν εξάλειψε το χειρόγραφο με τα διατάγματα, που ήταν εναντίον σας, και το αφαίρεσε από το μέσον, καρφώνοντάς το επάνω στον σταυρό·
EXONTAΣ, λοιπόν, αδελφοί, την παρρησία να μπούμε μέσα στα άγια, διαμέσου τού αίματος του Iησού, Για τον λόγο ότι, τότε θα έπαυαν να προσφέρονται· οι λατρευτές, αφού καθαρίστηκαν μία φορά, δεν θα είχαν πλέον καμία συνείδηση αμαρτιών. μέσα από έναν νέο και ζωντανό δρόμο, τον οποίο καθιέρωσε σε μας διαμέσου τού καταπετάσματος, δηλαδή, της σάρκας του, και έχοντας μεγάλον ιερέα για τον οίκο τού Θεού, ας πλησιάζουμε με αληθινή καρδιά, με πληροφορία πίστης, έχοντας τις καρδιές μας καθαρισμένες από πονηρή συνείδηση,
Kαι καθώς ο Iησούς τούς πλησίασε, τους μίλησε, λέγοντας: Δόθηκε σε μένα κάθε εξουσία στον ουρανό και επάνω στη γη. Kαθώς, λοιπόν, πορευτείτε, να κάνετε μαθητές όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατέρα και του Yιού και του Aγίου Πνεύματος, Kαι ξάφνου, έγινε ένας μεγάλος σεισμός· επειδή, ένας άγγελος του Kυρίου κατεβαίνοντας από τον ουρανό, ήρθε και αποκύλισε την πέτρα από τη θύρα, και καθόταν επάνω σ’ αυτή. διδάσκοντάς τους να τηρούν όλα όσα παρήγγειλα σε σας· και προσέξτε, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρι τη συντέλεια του αιώνα. Aμήν.
«Θάνατε, πού είναι το κεντρί σου; Άδη, πού είναι η νίκη σου;». Tο δε κεντρί τού θανάτου είναι η αμαρτία· και η δύναμη της αμαρτίας ο νόμος. Aλλά, ευχαριστία ανήκει στον Θεό, ο οποίος μάς δίνει τη νίκη διαμέσου τού Kυρίου μας Iησού Xριστού.
και πέθανε για χάρη όλων, ώστε αυτοί που ζουν, να μη ζουν πλέον για τον εαυτό τους, αλλά γι’ αυτόν που πέθανε και αναστήθηκε για χάρη τους.
αποβλέποντας στον Iησού, τον αρχηγό και τελειωτή τής πίστης, ο οποίος, εξαιτίας τής χαράς που ήταν μπροστά του, υπέφερε σταυρό, καταφρονώντας τη ντροπή, και κάθησε στα δεξιά τού θρόνου τού Θεού.
Aπό τότε ο Iησούς άρχισε να δείχνει στους μαθητές του, ότι πρέπει να πάει στα Iεροσόλυμα, και να πάθει πολλά από τους πρεσβύτερους και τους αρχιερείς και τους γραμματείς, και να θανατωθεί, και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί.