Ρούθ 3:7 - Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)7 Ο Βοόζ αφού έφαγε και ήπιε κι ήταν σε εξαιρετική διάθεση, πήγε και πλάγιασε στην άκρη του σωρού του κριθαριού. Τότε η Ρουθ ήρθε ήσυχα ήσυχα, σήκωσε τα σκεπάσματα των ποδιών του και πλάγιασε εκεί. Δείτε το κεφάλαιοH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)7 Kαι αφoύ o Boόζ έφαγε και ήπιε, και ευφράνθηκε η καρδιά τoυ, πήγε να πλαγιάσει στην άκρη τoύ σωρoύ τoύ σιταριoύ· και εκείνη ήρθε κρυφά, και σήκωσε τo σκέπασμά τoυ από τα πόδια τoυ, και πλάγιασε. Δείτε το κεφάλαιοΗ Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)7 Ο Βοόζ αφού έφαγε και ήπιε κι ήταν σε εξαιρετική διάθεση, πήγε και πλάγιασε στην άκρη του σωρού του κριθαριού. Τότε η Ρουθ ήρθε ήσυχα ήσυχα, σήκωσε τα σκεπάσματα των ποδιών του και πλάγιασε εκεί. Δείτε το κεφάλαιο |
Μετά ο Λευίτης σηκώθηκε να φύγει μαζί με την παλλακίδα του και τον υπηρέτη του. Αλλά ο πεθερός του τού είπε πάλι: «Κοίτα, η μέρα έγειρε και σκοτεινιάζει· περάστε, σας παρακαλώ, τη νύχτα σας εδώ. Το βλέπεις ότι νυχτώνει πια. Κοιμήσου εδώ τη νύχτα, να περάσεις καλά, κι αύριο σηκώνεστε νωρίς το πρωί για το ταξίδι σας και φεύγεις να πας σπίτι σου».