Biblia Todo Logo
Διαδικτυακή Βίβλος
- Διαφημίσεις -




Θρῆνοι 2:10 - Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

10 Οι πρεσβύτεροι της Σιών κάθονται χάμω σιωπηλοί, ρίχνουνε στάχτη πάνω στο κεφάλι τους, φοράνε ρούχα πένθιμα. Οι κόρες της Ιερουσαλήμ με θλίψη γέρνουν το κεφάλι τους στη γη.

Δείτε το κεφάλαιο αντίγραφο

H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)

10 Oι πρεσβύτερoι της θυγατέρας Σιών κάθoνται καταγής, σιωπώντας· ανέβασαν χώμα επάνω στo κεφάλι τoυς, ζώστηκαν σάκoυς· oι παρθένες τής Iερoυσαλήμ κατέβασαν τα κεφάλια τoυς πρoς τη γη.

Δείτε το κεφάλαιο αντίγραφο

Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

10 Οι πρεσβύτεροι της Σιών κάθονται χάμω σιωπηλοί, ρίχνουνε στάχτη πάνω στο κεφάλι τους, φοράνε ρούχα πένθιμα. Οι κόρες της Ιερουσαλήμ με θλίψη γέρνουν το κεφάλι τους στη γη.

Δείτε το κεφάλαιο αντίγραφο




Θρῆνοι 2:10
26 Σταυροειδείς Αναφορές  

Έβαλε, λοιπόν, στάχτη στο κεφάλι της κι έσκισε το μακρύ χιτώνα που φορούσε, με τα μανίκια· έβαλε τα χέρια πάνω στο κεφάλι της και προχωρούσε φωνάζοντας.


Ρούχα πένθιμα φορούν μέσα στους δρόμους· στις στέγες των σπιτιών και στις πλατείες όλοι θρηνούν, όλοι αναλύονται σε δάκρυα.


Τότε τη θέση της ευωδίας θα την πάρει η μούχλα· τη ζώνη θα την αντικαταστήσει ένα σκοινί, τις μπούκλες το φαλακρό κεφάλι· αντί για γιορτινές φορεσιές, πένθιμα ρούχα χοντροϋφασμένα θα φορούν· σημάδι θα ’χουν από πυρωμένο σίδερο στης ομορφιάς τη θέση.


Θρήνοι και στεναγμοί θα ηχούν στις πύλες σου κι εσύ θα κάθεσαι στα χώματα σαν μια γυναίκα εξαθλιωμένη.


Τότε ο Ελιακίμ, γιος του Χελκία και οικονόμος των ανακτόρων, ο γραμματέας Σεβνά και ο υπομνηματογράφος Ιωάχ, γιος του Ασάφ, ήρθαν στον Εζεκία με σκισμένα τα ρούχα τους απ’ την απόγνωση και του ανέφεραν τα λόγια του Ασσύριου υπασπιστή.


«Κατέβα και στο χώμα πέσε, όμορφη Βαβυλώνα. Κάτσε στη γη χωρίς θρονί, όμορφη χώρα των Χαλδαίων· δε θα σε ονομάζουν πια γλυκιά και τρυφηλή.


«Πέσε στη σιωπή», λέει ο Κύριος, «κι έμπα μες στο σκοτάδι, όμορφη χώρα των Χαλδαίων· δε θα μπορείς πια να ονομάζεσαι κυρίαρχη των βασιλείων.


Οι κάτοικοι του Ιούδα λένε: «Τι καθόμαστε; Ελάτε, μαζευτείτε να μπούμε στις οχυρωμένες πόλεις και να πεθάνουμε εκεί. Ο Κύριος, ο Θεός μας, μας καταδίκασε σε θάνατο· μας πότισε νερό δηλητηριασμένο, γιατί αμαρτήσαμε σ’ αυτόν.


Αχ, αλίμονο, πώς έμεινε έρημη η πόλη που είχε άλλοτε τόσο πολύ λαό! Αυτή που ήταν ονομαστή στα έθνη ανάμεσα απόμεινε σαν χήρα· των πόλεων η πριγκίπισσα υποδουλώθηκε.


Οι δρόμοι που οδηγούνε στη Σιών πενθούν, γιατί κανείς πια στις γιορτές δεν έρχεται. Ερημωθήκαν όλες της οι πύλες, οι ιερείς της πικρά αναστενάζουνε, θλίβονται οι κόρες της, κι η ίδια πολύ είναι πικραμένη.


Ας περιμένει κι ας σιωπά, αφού ο Κύριος τις επιτρέπει.


Ο ίδιος ο Κύριος τους διασκόρπισε, δε θέλει πια να τους βοηθάει· Σέβας πια δεν υπάρχει για τους ιερείς, ούτ’ ευσπλαχνία για τους γέροντες.


Αυτοί που τρέφονταν με φαγητά εκλεκτά στους δρόμους ξεψυχούν από την πείνα· αυτοί που ανατράφηκαν με πολυτέλειες, κείτονται τώρα στην κοπριά.


Πήραν τους άρχοντες της πόλης και τους κρέμασαν, στους γέροντες δεν δείξανε κανένα σεβασμό.


Οι γέροντες δεν κάθονται στην πύλη πια να συσκεφθούν, οι νέοι δεν παίζουν πια τη μουσική τους.


Σε θρήνο υψώνουνε για σένα τη φωνή τους και κλαίνε για τη μοίρα σου πικρά· ρίχνουνε χώμα πάνω στο κεφάλι τους, κυλιούνται μες στη στάχτη.


Για χάρη σου ξυρίζουν το κεφάλι τους και πένθιμα φορούν· για σένα κλαίν’ με πίκρα στην καρδιά τους.


Όλοι τους θα ντυθούν στα πένθιμα και φρίκη θα τους διακατέχει. Η ντροπή θα είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων και θα ’χουν ξυρισμένα τα κεφάλια τους σε ένδειξη πένθους.


Θρηνήστε και στα πένθιμα ντυθείτε, καθώς η αρραβωνιασμένη κόρη, που κλαίει για το θάνατο του αρραβωνιαστικού της.


Φρόνιμο είναι, λοιπόν, σε τέτοιους πονηρούς καιρούς το στόμα του κανείς κλειστό να το κρατάει.


»Τη μέρα εκείνη θα λιποθυμάνε απ’ τη δίψα ακόμα κι οι σφριγηλοί σας νέοι και τα εύρωστα κορίτσια σας.


Τότε τα τραγούδια στα ανάκτορα θα γίνουν θρήνοι. Ο τόπος θα γεμίσει πτώματα και κανείς δε θα τα θάβει. Παντού θα βασιλεύει νεκρική σιγή». Αυτά λέει ο Κύριος.


Όταν το μήνυμα του Ιωνά έφτασε και στο βασιλιά της Νινευή, αυτός αμέσως κατέβηκε απ’ το θρόνο του, έβγαλε το μανδύα του από πάνω του, φόρεσε ένα πένθιμο ρούχο και κάθισε στις στάχτες.


Τότε ο Ιησούς έσκισε τα ρούχα του, έριξε χώμα στο κεφάλι του κι έπεσε με το πρόσωπο στη γη μπροστά στην κιβωτό του Κυρίου ως το βράδυ. Τα ίδια έκαναν και οι πρεσβύτεροι του λαού.


Κλαίγανε και πενθούσαν ρίχνοντας στάχτη στο κεφάλι τους· κι έλεγαν: «Αλί και τρισαλί στην πόλη τη μεγάλη! Από τον πλούτο της πλούτισαν όσοι είχαν καράβια στη θάλασσα. Όλα χαθήκαν σε μία ώρα μέσα».


Ακολουθησε μας:

Διαφημίσεις


Διαφημίσεις