1 Ο Ιώβ εξακολούθησε την ομιλία του.
1 KAI o Iώβ εξακoλoύθησε την παραβoλή τoυ, και είπε:
Τα σοφά λόγια σας είναι καθώς η στάχτη· τα επιχειρήματά σας καταρρέουν σαν σκεύη πήλινα.
Ο Ιώβ πήρε πάλι το λόγο και είπε:
Όπως τα σκέλη του χωλού πατούν αβέβαια, έτσι μια παροιμία στου ανόητου το στόμα.
Ο Βαλαάμ τότε άρχισε να απαγγέλλει αυτόν το χρησμό: «Απ’ την Αράμ με έφερε ο Βαλάκ, ο βασιλιάς της Μωάβ, απ’ τα βουνά της Ανατολής. “Έλα”, μού είπε, “δώσ’ την κατάρα σου για χάρη μου στον Ιακώβ, έλα κι αναθεμάτισε τον Ισραήλ”.
Τότε ο Βαλαάμ άρχισε ν’ απαγγέλλει αυτόν το χρησμό: «Λόγος του Βαλαάμ, γιου του Βεώρ, λόγος του ανθρώπου, που έχει ανοιχτά τα μάτια του.
κι άρχισε να απαγγέλλει αυτον το χρησμό: «Λόγος του Βαλαάμ, γιου του Βεώρ, λόγος του ανθρώπου, που έχει ανοιχτά τα μάτια του.