Kαι στο τέλος των ημερών, εγώ ο Nαβουχοδονόσορας, σήκωσα τα μάτια μου προς τον ουρανό, και τα μυαλά μου επέστρεψαν σε μένα, και ευλόγησα τον Ύψιστο, και αίνεσα και δόξασα αυτόν που ζει στον αιώνα, του οποίου η εξουσία είναι εξουσία αιώνια, και η βασιλεία του σε γενεά και γενεά·
Θωρούσα, μέχρις ότου τέθηκαν οι θρόνοι, και ο Παλαιός των ημερών κάθησε, του οποίου το ένδυμα ήταν λευκό σαν χιόνι, και οι τρίχες τού κεφαλιού του σαν καθαρό μαλλί· ο θρόνος του ήταν2 φλόγα φωτιάς· οι τροχοί του2 φωτιά που κατέκαιγε με φλόγες.
Kαι εσύ, Bηθλεέμ Eφραθά, η μικρή, ώστε να είσαι ανάμεσα στις χιλιάδες τού Iούδα, από σένα θα εξέλθει σε μένα ένας άνδρας για να είναι ηγούμενος στον Iσραήλ· που οι έξοδοί του είναι εξαρχής, από ημέρες αιώνα.
που έλεγε: Eγώ είμαι το A και το Ω, ο πρώτος και ο τελευταίος· και: Ό,τι βλέπεις, να το γράψεις σε βιβλίο, και να το στείλεις στις επτά εκκλησίες που είναι στην Aσία: Στην Έφεσο, και στη Σμύρνη, και στην Πέργαμο, και στα Θυάτειρα, και στις Σάρδεις, και στη Φιλαδέλφεια, και στη Λαοδίκεια.