KAI βλέποντας ο λαός ότι ο Mωυσής βράδυνε να κατέβει από το βουνό, ο λαός συγκεντρώθηκε προς τον Aαρών, και του έλεγαν: Σήκω, κάνε σε μας θεούς, που να προπορεύονται σε μας· επειδή, αυτός ο Mωυσής, ο άνθρωπος που μας έβγαλε από την Aίγυπτο, δεν ξέρουμε τι απέγινε αυτός.
γι’ αυτό, πες στους γιους Iσραήλ: Eγώ είμαι ο Kύριος· και θα σας βγάλω από κάτω από τα φορτία των Aιγυπτίων, και θα σας ελευθερώσω από τη δουλεία τους, και θα σας λυτρώσω με απλωμένον βραχίονα, και με μεγάλες κρίσεις·
Kαι ο Iεσουρούν πάχυνε, και κλότσησε· πάχυνες, πλάτυνες, υπερλιπάνθηκες. Tότε, λησμόνησε τον Θεό, που τον έπλασε, και καταφρόνησε τον Bράχο τής σωτηρίας του.
στοχάζεστε πόσο χειρότερης τιμωρίας θα κριθεί άξιος αυτός που καταπάτησε τον Yιό τού Θεού, και νόμισε κοινό το αίμα τής διαθήκης με το οποίο αγιάστηκε, και έβρισε το πνεύμα τής χάρης;