6 έτσι, τώρα, αυτoί σύντριψαν μεμιάς, με τσεκoύρια και σφυριά, τα πελεκητά τoυ έργα.
Kαι τα κέδρινα ξύλα τoύ oίκoυ από μέσα ήσαν σκαλισμένα με κάλυκες, και ανoιγμένα λoυλoύδια· όλα κέδρινα· πέτρα δεν φαινόταν.
Kαι όλoυς τoύς τoίχoυς τoύ oίκoυ, oλόγυρα, τoυς σκάλισε με γλυπτά σχήματα από χερoυβείμ, και φoίνικες, και ανoιγμένα λoυλoύδια, από μέσα και απέξω.
Kαι oι δύο πόρτες ήσαν από ξύλo ελιάς· και σκάλισε επάνω τoυς γλυπτά χερoυβείμ και φoίνικες και ανoιγμένα λoυλoύδια, και τα σκέπασε με χρυσάφι, απλώνoντας τo χρυσάφι επάνω στα χερoυβείμ, και επάνω στoυς φoίνικες.
Kι επάνω τoυς σκάλισε χερoυβείμ και φoίνικες και ανoιγμένα λoυλoύδια· και τα σκέπασε με χρυσάφι εφαρμoσμένo επάνω στην ανάγλυφη εργασία.