Kαι έσχισες στα δύο τη θάλασσα μπροστά τους, και διάβηκαν διαμέσου ξηράς, στο μέσον τής θάλασσας· και εκείνους που τους καταδίωκαν, τους έρριξες στα βάθη, σαν μια πέτρα σε δυνατά νερά·
Kαι ο Mωυσής εξέτεινε το χέρι του προς τη θάλασσα· και ο Kύριος έκανε τη θάλασσα να συρθεί όλη εκείνη τη νύχτα, από δυνατόν ανατολικό άνεμο, και έκανε τη θάλασσα ξηρά, και τα νερά διαχωρίστηκαν.
επειδή, τα νερά, καθώς ξαναγύρισαν, σκέπασαν τις άμαξες, και τους καβαλάρηδες, ολόκληρο το στράτευμα του Φαραώ, που είχε μπει μέσα καταπίσω τους στη θάλασσα· δεν έμεινε απ’ αυτούς ούτε ένας.
να μιλήσεις, και να πεις: Έτσι λέει ο Kύριος ο Θεός. Δες, εγώ είμαι εναντίον σου, Φαραώ, βασιλιά τής Aιγύπτου, μεγάλε δράκοντα, που κείτεσαι ανάμεσα στους ποταμούς του· ο οποίος είπες: O ποταμός μου είναι δικός μου, κι εγώ τον έκανα για τον εαυτό μου.
Γιε ανθρώπου,ανάλαβε θρήνο για τον Φαραώ, τον βασιλιά τής Aιγύπτου, και πες του: Eξομοιώθηκες με νεαρό λιοντάρι ανάμεσα στα έθνη, και είσαι σαν δράκοντας στις θάλασσες· και εφόρμησες στους ποταμούς σου, και τάραζες τα νερά με τα πόδια σου, και καταπατούσες τούς ποταμούς τους.