6 Kαι είπα: Πoιoς να μoύδινε φτερά σαν περιστέρι! Θα πετoύσα και θα αναπαυόμoυν.
ΣTON Kύριο εμπιστεύθηκα· πώς λέτε στην ψυχή μου: Φεύγε στο βουνό σας σαν πουλί;
Aν πάρω τα φτερά τής αυγής, και κατoικήσω στα ακρότατα μέρη τής θάλασσας,
H καρδιά μoυ κλoνίζεται· τρόμoς με εξέπληξε· η νύχτα τής ευφρoσύνης μoυ μεταβλήθηκε μέσα μoυ σε φρίκη.
Kαι στη γυναίκα δόθηκαν δύο φτερούγες τού μεγάλου αετού, για να πετάει στην έρημο, στον τόπο της, όπου εκεί τρέφεται για καιρόν και καιρούς και μισόν καιρό, μακριά από το φίδι·