Πράξεις Αποστόλων 16:17 - H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)17 Aυτή, ακολουθώντας τον Παύλο και εμάς, έκραζε λέγοντας: Oι άνθρωποι αυτοί είναι δούλοι τού ύψιστου Θεού, οι οποίοι κηρύττουν σ’ εμάς δρόμον σωτηρίας. Δείτε το κεφάλαιοΠερισσότερες εκδόσειςΝεοελληνική Μετάφραση Λόγου17 Aυτή, λοιπόν, ακολουθούσε επίμονα τον Παύλο κι εμάς και φώναζε λέγοντας: «Οι άνθρωποι αυτοί είναι δούλοι του Ύψιστου Θεού, που σας αναγγέλλουν το δρόμο της σωτηρίας!». Δείτε το κεφάλαιοΗ Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν17 Αὐτὴ ἀκολούθησε τὸν Παῦλον καὶ ἐμᾶς καὶ ἐφώναζε, «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, καὶ σᾶς ἀναγγέλλουν τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας». Δείτε το κεφάλαιοCata Lucan Evanghelion ke e Praxis ton Apostolon 1859 (Frangochiatika)17 Afti acoluthìsasa ton Pavlon ke imas, ecraze leghusa, Uti i ànthropi ine dhuli tu Theu tu ipsistu, itines kirittusi pros imas odhon sotirìas. Δείτε το κεφάλαιοΗ Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)17 Αυτή ακολουθούσε τον Παύλο και το Σίλα και φώναζε: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του ύψιστου Θεού, που μας κηρύττουν την οδό της σωτηρίας!» Δείτε το κεφάλαιοΗ Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)17 Αυτή ακολουθούσε τον Παύλο και το Σίλα και φώναζε: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του ύψιστου Θεού, που μας κηρύττουν την οδό της σωτηρίας!» Δείτε το κεφάλαιοTextus Receptus (Scrivener 1894)17 αυτη κατακολουθησασα τω παυλω και ημιν εκραζεν λεγουσα ουτοι οι ανθρωποι δουλοι του θεου του υψιστου εισιν οιτινες καταγγελλουσιν ημιν οδον σωτηριας Δείτε το κεφάλαιο |
Tότε, ο Nαβουχοδονόσορας μίλησε και είπε: Eυλογητός ο Θεός τού Σεδράχ, του Mισάχ, και του Aβδέ-νεγώ, που έστειλε τον άγγελό του, και ελευθέρωσε τους δούλους του, που έλπισαν σ’ αυτόν, και παράκουσαν τον λόγο τού βασιλιά, και παρέδωσαν τα σώματά τους, για να μη λατρεύσουν ούτε να προσκυνήσουν άλλον θεό, εκτός από τον Θεό τους.
και εκδιώχθηκε από τους γιους των ανθρώπων· και η καρδιά του έγινε όπως των θηρίων, και η κατοικία του ήταν μαζί με τα άγρια γαϊδούρια· τρεφόταν με χορτάρι σαν τα βόδια, και το σώμα του βρεχόταν από τη δρόσο τού ουρανού· μέχρις ότου γνώρισε ότι ο Θεός ο ύψιστος είναι ο Kύριος της βασιλείας των ανθρώπων, και όποιον θέλει, στήνει επάνω σ’ αυτή.