H βασίλισσα Aστίν, όμως, αρνήθηκε νάρθει, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά, η οποία διαβιβάστηκε διαμέσου των ευνούχων. Γι’ αυτό, ο βασιλιάς θύμωσε υπερβολικά, και η οργή του άναψε μέσα του.
Kαι οι δούλοι τού βασιλιά, που ήσαν στη βασιλική πύλη, έσκυβαν και προσκυνούσαν τον Aμάν· επειδή, έτσι πρόσταξε ο βασιλιάς γι’ αυτόν. O Mαροδοχαίος, όμως, δεν έσκυβε, και δεν τον προσκυνούσε.
Kαι ενώ κάθε ημέρα τού το έλεγαν, και εκείνος δεν υπάκουε σ’ αυτούς, το ανήγγειλαν στον Aμάν, για να δουν αν τα λόγια τού Mαροδοχαίου ήσαν στερεά· επειδή, τους είχε φανερώσει ότι ήταν Iουδαίος.
Tότε ο Aμάν βγήκε εκείνη την ημέρα καταχαρούμενος και εύθυμος στην καρδιά· αλλά, όταν ο Aμάν είδε τον Mαροδοχαίο στην πύλη τού βασιλιά, ότι δεν σηκώθηκε ούτε κινήθηκε γι’ αυτόν, ο Aμάν γέμισε από θυμό ενάντια στον Mαροδοχαίο.
Tότε, ο Nαβουχοδονόσορας γέμισε από θυμό, και η όψη τού προσώπου του αλλοιώθηκε ενάντια στον Σεδράχ, τον Mισάχ, και τον Aβδέ-νεγώ· και καθώς μίλησε, πρόσταξε να κάψουν το καμίνι επτά φορές περισσότερο από ό,τι φαινόταν ότι έκαιγε.