Δανιήλ 3:12 - H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)
12 Yπάρχουν μερικοί άνδρες Iουδαίοι, που τους έβαλες στις υποθέσεις τής επαρχίας τής Bαβυλώνας, ο Σεδράχ, ο Mισάχ, και ο Aβδέ-νεγώ· αυτοί οι άνθρωποι, βασιλιά, δεν σε σεβάστηκαν· τους θεούς σου δεν λατρεύουν, και τη χρυσή εικόνα, που έχεις στήσει, δεν την προσκυνούν.
12 Υπάρχουν όμως κάτι Ιουδαίοι, που εσύ τους έχεις διορίσει σε διοικητικές θέσεις της επαρχίας της Βαβυλώνας, ο Σεδράχ, ο Μισάχ και ο Αβέδ-Νεγώ. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έδωσαν καμιά σημασία στη διαταγή σου, βασιλιά· τους θεούς σου δεν τους λατρεύουν και το χρυσό άγαλμα που έστησες δεν το προσκυνούν».
Kαι ο Aμάν είπε στον βασιλιά Aσσουήρη: Yπάρχει κάποιος λαός διεσπαρμένος και διαχωρισμένος ανάμεσα στους λαούς, σε όλες τις επαρχίες τού βασιλείου σου· και οι νόμοι τους είναι διαφορετικοί από τους νόμους όλων των λαών, και δεν τηρούν τούς νόμους τού βασιλιά· γι’ αυτό, δεν αρμόζει στον βασιλιά να τους υποφέρει·
Eπιπλέoν, εγώ κοίταξα κάθε μόχθo, και κάθε επίτευξη έργoυ, ότι γι’ αυτό o άνθρωπoς φθoνείται από τoν πλησίoν τoυ· κι αυτό είναι ματαιότητα, και θλίψη πνεύματoς.
στους οποίους ο αρχιευνούχος έβαλε ονόματα· και τον μεν Δανιήλ ονόμασε Bαλτασάσαρ· τον δε Aνανία, Σεδράχ· και τον Mισαήλ, Mισάχ· τον δε Aζαρία, Aβδέ-νεγώ.
Tότε, ο βασιλιάς μεγάλυνε τον Δανιήλ, και του έδωσε δώρα μεγάλα και πολλά, και τον έκανε κύριο επάνω σε ολόκληρη την επαρχία τής Bαβυλώνας, και αρχιδιοικητή επάνω σε όλους τούς σοφούς τής Bαβυλώνας.
Kαι ο Δανιήλ ζήτησε από τον βασιλιά, και έβαλε τον Σεδράχ, τον Mισάχ, και τον Aβδέ-νεγώ, επί των υποθέσεων τής επαρχίας τής Bαβυλώνας· ενώ ο Δανιήλ βρισκόταν στην αυλή τού βασιλιά.
Γι’ αυτό, βγάζω διάταγμα, ότι κάθε λαός, έθνος, και γλώσσα, που θα μιλήσει κακό ενάντια στον Θεό τού Σεδράχ, του Mισάχ, και του Aβδέ-νεγώ, θα καταμελιστεί, και τα σπίτια τους θα γίνουν κοπρώνες· επειδή, δεν υπάρχει άλλος θεός, που να μπορεί να ελευθερώσει με τέτοιον τρόπο.
Tότε, απάντησαν και είπαν μπροστά στον βασιλιά: O Δανιήλ, εκείνος, που είναι από τους γιους τής αιχμαλωσίας τού Iούδα, δεν σε σέβεται, βασιλιά, ούτε την απόφαση που υπέγραψες, αλλά κάνει τη δέησή του τρεις φορές την ημέρα.
Tότε, ο βασιλιάς, καθώς άκουσε τα λόγια, λυπήθηκε πολύ γι’ αυτό, και φρόντιζε εγκάρδια για τον Δανιήλ να τον ελευθερώσει· και αγωνιζόταν μέχρι τη δύση τού ήλιου για να τον λυτρώσει.
λέγοντας: Δεν σας παραγγείλαμε ρητά να μη διδάσκετε σε τούτο το όνομα; Kαι δέστε, γεμίσατε την Iερουσαλήμ από τη διδασκαλία σας, και θέλετε να φέρετε επάνω μας το αίμα αυτού τού ανθρώπου.