Διαδικτυακή Βίβλος

Διαφημίσεις


Ολόκληρη η Βίβλος Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη




Προς Κορινθίους Α' 4:12 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν

κοπιάζομεν ἐργαζόμενοι μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια. Ὅταν μᾶς βρίζουν, εὐλογοῦμεν, ὅταν μᾶς διώκουν, δείχνομε ἀνοχήν·

Δείτε το κεφάλαιο

Περισσότερες εκδόσεις

H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)

και κοπιάζουμε εργαζόμενοι με τα ίδια μας τα χέρια· όταν μάς χλευάζουν, ευλογούμε· όταν μας καταδιώκουν, υποφέρουμε·

Δείτε το κεφάλαιο

Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου

και κοπιάζουμε εργαζόμενοι με τα ίδια μας τα χέρια. Kι ενώ μας χλευάζουν, εμείς ευλογούμε, ενώ μας κατατρέχουν, εμείς κάνουμε υπομονή,

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

και μοχθούμε να ζήσουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή,

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

και μοχθούμε να ζήσουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή,

Δείτε το κεφάλαιο

Textus Receptus (Scrivener 1894)

και κοπιωμεν εργαζομενοι ταις ιδιαις χερσιν λοιδορουμενοι ευλογουμεν διωκομενοι ανεχομεθα

Δείτε το κεφάλαιο

Textus Receptus (Elzevir 1624)

και κοπιωμεν εργαζομενοι ταις ιδιαις χερσιν λοιδορουμενοι ευλογουμεν διωκομενοι ανεχομεθα

Δείτε το κεφάλαιο
Άλλες μεταφράσεις



Προς Κορινθίους Α' 4:12
23 Σταυροειδείς Αναφορές  

Μακάριοι θὰ εἶσθε, ὅταν θὰ σᾶς ὑβρίσουν καὶ θὰ σᾶς καταδιώξουν καὶ θὰ ποῦν ἐναντίον σας κάθε κακὸ πρᾶγμα, λέγοντες ψέμματα ἐξ αἰτίας μου.


Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, εὐλογεῖτε ἐκείνους ποὺ σᾶς καταρῶνται, εὐεργετεῖτε ἐκείνους ποὺ σᾶς μισοῦν καὶ προσεύχεσθε δι᾽ ἐκείνους ποὺ σᾶς κακομεταχειρίζονται καὶ σᾶς καταδιώκουν,


Ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε, «Πατέρα, συγχώρησέ τους, διότι δὲν ξέρουν τί κάνουν». Ὅταν δὲ ἐμοίραζαν τὰ ἐνδύματά του, ἔρριξαν κλήρους.


νὰ εὐλογῆτε ἐκείνους ποὺ σᾶς καταρῶνται, νὰ προσεύχεσθε δι᾽ ἐκείνους ποὺ σᾶς κακομεταχειρίζονται.


Νὰ θυμᾶσθε τὸν λόγον ποὺ σᾶς εἶπα, «Δὲν ὑπάρχει δοῦλος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριόν του». Ἐὰν κατεδίωξαν ἐμέ, θὰ καταδιώξουν καὶ σᾶς. Ἐὰν ἐτήρησαν τὸν λόγον μου, θὰ τηρήσουν καὶ τὸν δικόν σας.


καὶ ἐπειδὴ εἶχε τὴν ἴδια τέχνη, ἔμεινε μαζί τους καὶ ἐργαζότανε. Ἦσαν καὶ οἱ δύο σκηνοποιοί.


Ξέρετε σεῖς οἱ ἴδιοι ὅτι τὰς ἀνάγκας τὰς δικάς μου καὶ τῶν συντρόφων μου ἐξυπηρέτησαν τὰ χέρια μου αὐτά.


Ἀφοῦ δὲ ἐγονάτισε ἐφώναξε μὲ φωνὴν δυνατήν, «Κύριε, μὴ λογαριάσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν ἁμαρτίαν αὐτήν». Καὶ ἀφοῦ εἶπε τοῦτο, ἐπέθανε.


Εὐλογεῖτε ἐκείνους ποὺ σᾶς διώκουν, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε.


Ἀλλ᾽ ἐὰν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, δῶσε του ψωμί, ἐὰν διψᾷ, πότιζέ τον· κάνοντας αὐτό, θὰ συσσωρεύσῃς ἀναμμένα κάρβουνα στὸ κεφάλι του.


Ποιός θὰ μᾶς χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ πεῖνα ἢ γύμνια ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;


Ἢ μόνον ἐγὼ καὶ ὁ Βαρνάβας δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν νὰ μὴ ἐργαζώμεθα;


Ἄλλας ἐκκλησίας ἐλεηλάτησα διὰ νὰ πάρω τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ σᾶς ὑπηρετήσω,


Ὁ κλέφτης νὰ μὴ κλέβῃ πλέον, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ κοπιάζῃ ἐργαζόμενος μὲ τὰ χέρια του τὸ καλόν, διὰ νὰ ἔχῃ νὰ δώσῃ κάτι εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκην.


Θυμηθῆτε λοιπόν, ἀδελφοί, τὸν κόπον μας καὶ τὸν μόχθον, διότι νύχτα καὶ ἡμέραν ἐργαζόμενοι, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν κανένα ἀπὸ σᾶς, σᾶς ἐκηρύξαμεν τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ.


οὔτε ἐφάγαμε ψωμὶ δωρεὰν ἀπὸ κανένα, ἀλλὰ μὲ κόπον καὶ μόχθον νύχτα καὶ ἡμέραν εἰργαζόμεθα, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν κανέναν ἀπὸ σᾶς,


Διὰ τοῦτο καὶ κοπιάζομεν καὶ ὀνειδιζόμεθα, διότι ἔχομεν τὴν ἐλπίδα μας εἰς Θεὸν ζωντανόν, ὁ ὁποῖος εἶναι Σωτὴρ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, μάλιστα τῶν πιστῶν.


ὅταν τὸν ὕβριζαν, δὲν ἀπέδιδε τὰς ὕβρεις, ὅταν ὑπέφερε, δὲν ἀπειλοῦσε, ἀλλὰ ἄφηνε τὴν κρίσιν εἰς ἐκεῖνον, ποὺ μπορεῖ νὰ κρίνῃ δίκαια.


Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποφέρετε ἕνεκα δικαιοσύνης, εἶσθε μακάριοι. Μὴ τοὺς φοβηθῆτε, οὔτε νὰ ταραχθῆτε,


χωρὶς νὰ ἀποδίδετε κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἢ ὕβριν ἀντὶ ὕβρεως, ἀλλ᾽ ἀπ᾽ ἐναντίας νὰ εὐλογῆτε, γνωρίζοντες ὅτι εἰς τοῦτο ἔχετε καλεσθῆ, εἰς τὸ νὰ κληρονομήσετε εὐλογίαν.


Ὥστε καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ὑποφέρουν κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἂς ἐξακολουθοῦν νὰ κάνουν τὸ καλόν, καὶ ἂς ἐμπιστευθοῦν τὰς ψυχάς των εἰς τὸν Δημιουργὸν τὸν ἀξιόπιστον.


Ἐνῷ ὁ Μιχαὴλ ὁ ἀρχάγγελος, ὅταν ἐφιλονεικοῦσε μὲ τὸν διάβολον καὶ συζητοῦσε διὰ τὸ σῶμα τοῦ Μωϋσέως, δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ λοίδορον κρίσιν, ἀλλ᾽ εἶπε, «Ὁ Κύριος νὰ σὲ ἐπιτιμήσῃ».