Ὅταν ὁ Κύριος ἔμαθε ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς κάνει καὶ βαπτίζει περισσοτέρους μαθητὰς παρὰ ὁ Ἰωάννης —
Προς Κορινθίους Α' 1:17 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν Ὁ Χριστὸς δὲν μὲ ἔστειλε νὰ βαπτίζω, ἀλλὰ νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον, ὄχι μὲ σοφίαν ρητορικήν, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν δύναμίν του ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Eπειδή, ο Xριστός δεν με απέστειλε για να βαπτίζω, αλλά για να κηρύττω το ευαγγέλιο· όχι με σοφία λόγου, για να μη ματαιωθεί1 ο σταυρός τού Xριστού. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Γιατί βέβαια, δε μου ανέθεσε ο Χριστός την αποστολή να βαπτίζω, αλλά να κηρύττω το Ευαγγέλιο, όχι όμως με φιλοσοφικά επιχειρήματα, για να μη χάσει ο σταυρός του Χριστού το νόημα και τη δύναμή του. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Η αποστολή που μου όρισε ο Χριστός δεν ήταν να βαφτίζω, αλλά να κηρύττω το ευαγγέλιο, χωρίς σοφά και περίτεχνα λόγια, ώστε ο θάνατος του Ιησού Χριστού στο σταυρό να μη χάσει το περιεχόμενό του. Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Η αποστολή που μου όρισε ο Χριστός δεν ήταν να βαφτίζω, αλλά να κηρύττω το ευαγγέλιο, χωρίς σοφά και περίτεχνα λόγια, ώστε ο θάνατος του Ιησού Χριστού στο σταυρό να μη χάσει το περιεχόμενό του. Textus Receptus (Scrivener 1894) ου γαρ απεστειλεν με χριστος βαπτιζειν αλλ ευαγγελιζεσθαι ουκ εν σοφια λογου ινα μη κενωθη ο σταυρος του χριστου Textus Receptus (Elzevir 1624) ου γαρ απεστειλεν με χριστος βαπτιζειν αλλ ευαγγελιζεσθαι ουκ εν σοφια λογου ινα μη κενωθη ο σταυρος του χριστου |
Ὅταν ὁ Κύριος ἔμαθε ὅτι οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀκούσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς κάνει καὶ βαπτίζει περισσοτέρους μαθητὰς παρὰ ὁ Ἰωάννης —
Καὶ τοὺς διέταξε νὰ βαπτισθοῦν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Τότε τὸν παρεκάλεσαν νὰ παραμείνῃ μερικὲς ἡμέρες.
Διὰ τοῦτο, ὅταν ἦλθα σ᾽ ἐσᾶς, ἀδελφοί, σᾶς ἐκήρυξα τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ, ὄχι μὲ ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας.
Γι᾽ αὐτὰ μιλᾶμε, ὄχι μὲ λόγους ποὺ μᾶς τοὺς ἐδίδαξε ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλὰ μὲ λόγους ποὺ τοὺς ἐδίδαξε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἑρμηνεύοντες πνευματικὰ πράγματα εἰς πνευματικοὺς ἀνθρώπους.
Τὸ καύχημά μας εἶναι τοῦτο: ἡ μαρτυρία τῆς συνειδήσεώς μας ὅτι μὲ θείαν εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνειαν, ὄχι μὲ κοσμικὴν σοφίαν, ἀλλὰ μὲ χάριν Θεοῦ ἐφερθήκαμε εἰς τὸν κόσμον καὶ περισσότερον σ᾽ ἐσᾶς.
Διότι λέγουν, «Αἱ μὲν ἐπιστολαί του εἶναι σοβαραὶ καὶ δυναταί, ἀλλ᾽ ἡ σωματική του ἐμφάνισις εἶναι ἰσχνὴ καὶ ὁ προφορικός του λόγος μηδαμινός».
Καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶμαι ἄπειρος ὡς ὁμιλητής, δὲν εἶμαι ὅμως ὡς πρὸς τὴν γνῶσιν· σᾶς ἐδείξαμεν τοῦτο φανερὰ μὲ κάθε τρόπον καὶ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις.
ἀλλ᾽ ἀπαρνηθήκαμε τὰς πράξεις ποὺ οἱ ἄνθρωποι κρύβουν ἀπὸ ντροπὴ καὶ δὲν φερόμεθα μὲ πανουργίαν οὔτε νοθεύομεν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλά, φανερώνοντες τὴν ἀλήθειαν, συσταίνομε τὸν ἑαυτόν μας πρὸς κάθε συνείδησιν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Διότι σᾶς ἐγνωστοποιήσαμεν τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἔλευσιν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὄχι ἀκολουθήσαντες ἐντέχνους μύθους, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ εἴδαμε μὲ τὰ μάτια μας τὴν μεγαλειότητά του,