Ὅταν δὲ σᾶς καταδιώκουν εἰς μίαν πόλιν, τότε φεύγετε εἰς ἄλλην. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ προκάμετε νὰ τελειώσετε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
Πράξεις Αποστόλων 12:17 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν Ἀφοῦ τοὺς ἔκανε μὲ τὸ χέρι νεῦμα νὰ σιγήσουν, τοὺς διηγήθηκε πῶς ὁ Κύριος τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ εἶπε, «Ἀναγγείλατε αὐτὸ εἰς τὸν Ἰάκωβον καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς». Ὕστερα ἔφυγε καὶ ἐπῆγε εἰς ἄλλον τόπον. Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Kαι σείοντας προς αυτούς το χέρι για να σιωπήσουν, τους διηγήθηκε πώς ο Kύριος τον έβγαλε από τη φυλακή· και είπε: Nα τα αναγγείλετε αυτά στον Iάκωβο και στους αδελφούς. Kαι βγαίνοντας έξω, πήγε σε έναν άλλο τόπο. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Tότε ο Πέτρος, αφού τους ζήτησε με μια κίνηση του χεριού του να σωπάσουν, τους διηγήθηκε πώς τον έβγαλε ο Kύριος από τη φυλακή. Kατόπιν τους είπε: «Γνωστοποιήστε τα αυτά στον Ιάκωβο και στους αδελφούς». Ύστερα βγήκε και αναχώρησε για άλλο τόπο. Cata Lucan Evanghelion ke e Praxis ton Apostolon 1859 (Frangochiatika) Ke sisas is aftus tin chìra dhia na siopisosi, dhiighithi pros aftus pos o Kirios exighaghen afton ek tis filakìs: ke ipen, Apanghìlate tafta pros ton Iacovon ke tus adhelfus: Ke exelthòn ipighen is allon topon. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Αυτός τους έκανε νόημα με το χέρι να σωπάσουν και τους διηγήθηκε πώς ο Κύριος τον έβγαλε από τη φυλακή. «Διηγηθείτε τα αυτά στον Ιάκωβο και στους αδερφούς», συμπλήρωσε. Ύστερα έφυγε από τα Ιεροσόλυμα και πήγε σε άλλον τόπο. Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Αυτός τους έκανε νόημα με το χέρι να σωπάσουν και τους διηγήθηκε πώς ο Κύριος τον έβγαλε από τη φυλακή. «Διηγηθείτε τα αυτά στον Ιάκωβο και στους αδερφούς», συμπλήρωσε. Ύστερα έφυγε από τα Ιεροσόλυμα και πήγε σε άλλον τόπο. Textus Receptus (Scrivener 1894) κατασεισας δε αυτοις τη χειρι σιγαν διηγησατο αυτοις πως ο κυριος αυτον εξηγαγεν εκ της φυλακης ειπεν δε απαγγειλατε ιακωβω και τοις αδελφοις ταυτα και εξελθων επορευθη εις ετερον τοπον |
Ὅταν δὲ σᾶς καταδιώκουν εἰς μίαν πόλιν, τότε φεύγετε εἰς ἄλλην. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ προκάμετε νὰ τελειώσετε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ξυλουργός, ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἰακώβου, τοῦ Ἰωσῆ, τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Σίμωνος; Καὶ δὲν εἶναι οἱ ἀδελφές του ἐδῶ μαζί μας;» καὶ δυσπιστοῦσαν εἰς αὐτόν.
Ὅταν ἐβγῆκε, δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς μιλήσῃ καὶ κατάλαβαν ὅτι εἶχε ἰδῆ ὅραμα εἰς τὸν ναόν. Αὐτὸς δὲ τοὺς ἔκανε νεύματα καὶ παρέμενε βουβός.
Καὶ ἀνεχώρησε πάλιν πέραν ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην, εἰς τὸν τόπον ὅπου ἐβάπτιζε πρῶτα ὁ Ἰωάννης, καὶ ἔμεινε ἐκεῖ.
Γι᾽ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς δὲν περπατοῦσε πλέον φανερὰ μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων ἀλλ᾽ ἔφυγε ἀπ᾽ ἐκεῖ καὶ ἦλθε εἰς τὴν χώραν ποὺ εἶναι κοντὰ εἰς τὴν ἔρημον, εἰς πόλιν ποὺ ὠνομάζετο Ἐφραΐμ, καὶ ἐκεῖ διέμενε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του.
Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ περιήρχετο ὁ Ἰησοῦς τὴν Γαλιλαίαν· δὲν ἤθελε νὰ μείνῃ εἰς τὴν Ἰουδαίαν, διότι οἱ Ἰουδαῖοι ἐζητοῦσαν νὰ τὸν σκοτώσουν.
Ἐσήκωσαν τότε πέτρες γιὰ νὰ τοῦ τὶς ρίξουν· ἀλλ᾽ ὁ Ἰησοῦς ἐκρύφθηκε καὶ ἐβγῆκε ἀπὸ τὸν ναόν, ἀφοῦ ἐπέρασε ἀνάμεσά τους καὶ ἔτσι ἀνεχώρησε.
Κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἐσηκώθηκε ὁ Πέτρος εἰς τὸ μέσον τῶν μαθητῶν — ἦσαν δὲ ἐκεῖ παρόντα περὶ τὰ ἑκατὸν εἴκοσι πρόσωπα — καὶ εἶπε,
Ὅταν ἐξημέρωσε, ἐθορυβήθησαν πολὺ οἱ στρατιῶται περὶ τοῦ τί ἆραγε νὰ ἔγινε ὁ Πέτρος.
Ὁ Παῦλος ἐσηκώθηκε, ἔκανε νεῦμα μὲ τὸ χέρι του, καὶ εἶπε, «Ἄνδρες Ἰσραηλῖται καὶ οἱ φοβούμενοι τὸν Θεόν, ἀκοῦστε.
Ὅταν αὐτοὶ ἔπαυσαν νὰ μιλοῦν, ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Ἰάκωβος καὶ εἶπε, «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἀκοῦστέ με.
Ὅταν ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν φυλακήν, ἐπῆγαν εἰς τὸ σπίτι τῆς Λυδίας καὶ ἀφοῦ εἶδαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς ἐνίσχυσαν, ἀνεχώρησαν.
Μερικοὶ ἀπὸ τὸν ὄχλον ἔσπρωξαν πρὸς τὰ ἐμπρὸς κάποιον Ἀλέξανδρον, τὸν ὁποῖον παρουσίασαν οἱ Ἰουδαῖοι. Ὁ Ἀλέξανδρος, ἀφοῦ ἔνευσε μὲ τὸ χέρι, ἤθελε νὰ ἀπολογηθῇ πρὸς τὸν λαόν.
Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ Παῦλος ἐπῆγε μαζί μας νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν Ἰάκωβον καὶ ἦλθαν καὶ ὅλοι οἱ πρεσβύτεροι.
Αὐτὸς τὸ ἐπέτρεψε, καὶ ὁ Παῦλος ἐστάθηκε εἰς τὰ σκαλιὰ καὶ ἔνευσε μὲ τὸ χέρι εἰς τὸν λαόν. Ὅταν ἐπεκράτησε ἡσυχία, τοὺς προσεφώνησε εἰς τὴν Ἑβραϊκὴν διάλεκτον καὶ εἶπε:
Οἱ ἐκεῖ ἀδελφοί, ὅταν ἄκουσαν γιὰ μᾶς, ἦλθαν μέχρι τοῦ Ἀππίου Φόρου καὶ τῶν Τριῶν Ταβερνῶν διὰ νὰ μᾶς προϋπαντήσουν καὶ ὅταν ὁ Παῦλος τοὺς εἶδε εὐχαρίστησε τὸν Θεὸν καὶ ἔλαβε θάρρος.
Διότι πρὶν ἔλθουν μερικοὶ ἀπὸ τὸν Ἰάκωβον, ἔτρωγε μαζὶ μὲ τοὺς ἐθνικούς, ὅταν ὅμως ἦλθαν, ἀπεσύρθη καὶ ἀπεχωρίζετο, διότι ἐφοβεῖτο ἐκείνους ποὺ προήρχοντο ἀπὸ τὴν περιτομήν.
καὶ ὅταν αὐτοὶ ἀνεγνώρισαν τὴν χάριν, ποὺ μοῦ εἶχε δοθῆ, τότε ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Κηφᾶς καὶ ὁ Ἰωάννης, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο ὅτι εἶναι στύλοι, ἔδωκαν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν Βαρνάβαν τὸ δεξί τους χέρι εἰς σημεῖον ἐπικοινωνίας καὶ συμφώνησαν νὰ εἴμεθα ἐμεῖς ἀπόστολοι εἰς τὸν ἐθνικὸν κόσμον, αὐτοὶ δὲ εἰς τοὺς περιτμημένους.
Ὁ Ἰάκωβος, δοῦλος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρὸς τὰς δώδεκα φυλάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι μεταξὺ τῆς Διασπορᾶς· χαίρετε.