Πράξεις Αποστόλων 11:19 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν διασπαρῆ ἕνεκα τοῦ διωγμοῦ, ποὺ ἔγινε ἐξ αἰτίας τοῦ Στεφάνου, ἔφθασαν μέχρι τῆς Φοινίκης καὶ τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἀντιοχείας, ἀλλὰ δὲν ἐκήρυτταν τὸν λόγον σὲ κανένα παρὰ μόνον σὲ Ἰουδαίους. Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) EKEINOI μεν, λοιπόν, που διασκορπίστηκαν από τον διωγμό ο οποίος έγινε εξαιτίας τού Στεφάνου, πέρασαν μέχρι τη Φοινίκη και την Kύπρο και την Aντιόχεια, χωρίς να κηρύττουν σε κανέναν τον λόγο τού Θεού, παρά μονάχα στους Iουδαίους. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Στο μεταξύ όμως, εκείνοι που είχαν διασκορπιστεί εξαιτίας του διωγμού που ξέσπασε με τη θανάτωση του Στέφανου, έφτασαν ως τη Φοινίκη και την Κύπρο και την Αντιόχεια, χωρίς να μεταδίδουν το μήνυμα του Ευαγγελίου σε κανέναν άλλο, παρά μόνο στους Ιουδαίους. Cata Lucan Evanghelion ke e Praxis ton Apostolon 1859 (Frangochiatika) I men lipon dhiascorpisthéndes ek tu dhioghmù tu ghenomènu dhià ton Stefanon eperasan eos Finikis ke Kipru ke Andiochìas is midhéna Kirittondes ton lòghon, imì monon is Iudheus. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Οι χριστιανοί που είχαν διασκορπιστεί από τα Ιεροσόλυμα, μετά το διωγμό που ακολούθησε το λιθοβολισμό του Στεφάνου, έφτασαν ως τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αντιόχεια. Σε κανέναν δεν κήρυτταν για το Χριστό παρά μόνο στους Ιουδαίους. Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Οι χριστιανοί που είχαν διασκορπιστεί από τα Ιεροσόλυμα, μετά το διωγμό που ακολούθησε το λιθοβολισμό του Στεφάνου, έφτασαν ως τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αντιόχεια. Σε κανέναν δεν κήρυτταν για το Χριστό παρά μόνο στους Ιουδαίους. Textus Receptus (Scrivener 1894) οι μεν ουν διασπαρεντες απο της θλιψεως της γενομενης επι στεφανω διηλθον εως φοινικης και κυπρου και αντιοχειας μηδενι λαλουντες τον λογον ει μη μονον ιουδαιοις |
Εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι μεταξύ τους, «Ποῦ πρόκειται αὐτὸς νὰ πάῃ ὥστε νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τὸν βροῦμε; Μήπως πρόκειται νὰ πάῃ εἰς τοὺς Ἰουδαίους τοὺς διασκορπισμένους εἰς τὰ ἔθνη καὶ νὰ διδάσκῃ τοὺς ἐθνικούς;
Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἦσαν Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἐμπῆκαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, ἐμιλοῦσαν εἰς τοὺς ἑλληνιστὰς κηρύττοντες τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα περὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Ἔφθασε δὲ ἡ εἴδησις γι᾽ αὐτοὺς εἰς τὰ αὐτιὰ τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ἔστειλαν τὸν Βαρνάβαν ἕως τὴν Ἀντιόχειαν.
Εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἀντιοχείας ὑπῆρχαν μερικοὶ προφῆται καὶ διδάσκαλοι: ὁ Βαρνάβας, ὁ Συμεών, ποὺ ἐπονομάζεται Νίγερ, ὁ Λούκιος ὁ Κυρηναῖος, ὁ Μαναήν, ποὺ εἶχε συναναστραφῆ τὸν Ἡρώδην τὸν τετράρχην, καὶ ὁ Σαῦλος.
Τότε οἱ ἀπεσταλμένοι αὐτοὶ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου κατέβηκαν εἰς τὴν Σελεύκειαν καὶ ἀπ᾽ ἐκεῖ ἔπλευσαν εἰς τὴν Κύπρον.
Ὁ Παῦλος ὅμως καὶ ὁ Βαρνάβας γεμᾶτοι θάρρος εἶπαν, «Ἦτο ἀναγκαῖον νὰ κηρυχθῇ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πρῶτα σ᾽ ἐσᾶς. Ἐπειδὴ ὅμως τὸν ἀποκρούετε καὶ δὲν κρίνετε τοὺς ἑαυτούς σας ἀξίους τῆς αἰωνίου ζωῆς, στρεφόμεθα τώρα πρὸς τὰ ἔθνη.
καὶ ἀπ᾽ ἐκεῖ ἀπέπλευσαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, ἀπὸ ὅπου εἶχαν παραδοθῆ εἰς τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ διὰ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐξεπλήρωσαν.
Τότε οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι μαζὶ μὲ ὅλην τὴν ἐκκλησίαν, ἀπεφάσισαν νὰ διαλέξουν ἄνδρας ἀπὸ τὸν κύκλον τους καὶ νὰ τοὺς στείλουν μαζὶ μὲ τὸν Παῦλον καὶ τὸν Βαρνάβαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ ἐδιάλεξαν τὸν Ἰούδαν ὁ ὁποῖος ἐπονομάζεται Βαρσαββᾶς καὶ τὸν Σίλαν, ποὺ ἦσαν προεστῶτες μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν,
Ἀφοῦ ἡ ἐκκλησία τοὺς κατευώδωσε, διήρχοντο τὴν Φοινίκην καὶ τὴν Σαμάρειαν καὶ διηγοῦντο τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐθνικῶν· αὐτὸ ἐπροξενοῦσε μεγάλην χαρὰν εἰς ὅλους τοὺς ἀδελφούς.
Αὐτοὶ λοιπὸν ἔφυγαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν καὶ ἀφοῦ συνήθροισαν τὴν ὁλομέλειαν, παρέδωσαν τὴν ἐπιστολήν.
Ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας ἔμειναν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ μὲ ἄλλους πολλοὺς ἐδίδασκαν καὶ ἐκήρυτταν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου.
Ἐδημιουργήθηκε ὡς ἐκ τούτου διάστασις ὀξεῖα ὥστε νὰ ἀποχωρισθοῦν ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ ὁ Βαρνάβας, ἀφοῦ παρέλαβε τὸν Μᾶρκον, ἔπλευσε εἰς τὴν Κύπρον.
Ὅταν ἀποβιβάσθηκε εἰς τὴν Καισάρειαν, ἀνέβηκε καὶ ἐχαιρέτησε τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ὕστερα κατέβηκε εἰς τὴν Ἀντιόχειαν.
Μαζί μας ἦλθαν καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τῆς Καισαρείας καὶ ἔφεραν κάποιον Μνάσωνα Κύπριον, παλαιὸν μαθητήν, εἰς τὸ σπίτι τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ φιλοξενηθοῦμε.
Ἐκεῖ εὑρήκαμε πλοῖον ποὺ θὰ ἐπήγαινε εἰς τὴν Φοινίκην, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιβιβασθήκαμε καὶ ἀναχωρήσαμε.
Ὅταν ὁ Θεὸς ἀνέστησε τὸν δοῦλόν του Ἰησοῦν, πρῶτα σ᾽ ἐσᾶς τὸν ἔστειλε διὰ νὰ σᾶς εὐλογήσῃ μὲ τὸ νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν καθένα ἀπὸ σᾶς ἀπὸ τὸν κακόν σας δρόμον».
Ὁ Ἰωσῆς ὁ ὁποῖος ἐπωνομάσθη ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Βαρνάβας, ποὺ ἐν μεταφράσει σημαίνει υἱὸς παρηγορίας, Λευΐτης, Κύπριος τὴν καταγωγήν,
Αὐτὰ ποὺ εἶπαν, ἄρεσαν σ᾽ ὅλους καὶ ἐδιάλεξαν τὸν Στέφανον, ἄνδρα γεμᾶτον πίστιν καὶ Πνεῦμα Ἅγιον, καὶ τὸν Φίλιππον, τὸν Πρόχορον, τὸν Νικάνορα, τὸν Τίμωνα, τὸν Παρμενᾶν καὶ τὸν Νικόλαον, ὁ ὁποῖος ἦτο προσήλυτος ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν.
Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ Πέτρος εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, τότε κατὰ πρόσωπον ἐναντιώθηκα εἰς αὐτόν, ἐπειδὴ ἦτο ἄξιος κατακρίσεως.