καὶ ὅταν εἶδαν ὅτι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του τρώγουν ψωμὶ μὲ ἀκάθαρτα χέρια, δηλαδὴ ἄπλυτα, τοὺς κατηγοροῦσαν
Πράξεις Αποστόλων 10:28 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν καὶ τοὺς εἶπε, «Ξέρετε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται σὲ Ἰουδαῖον νὰ συναναστρέφεται ἢ νὰ πλησιάζῃ ἀλλόφυλον, ἀλλὰ σ᾽ ἐμὲ ὁ Θεὸς ἔδειξε καθαρὰ νὰ μὴ θεωρῶ κανένα ἄνθρωπον μολυσμένον ἢ ἀκάθαρτον. Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Kαι τους είπε: Eσείς ξέρετε ότι είναι ασυγχώρητο σε έναν άνθρωπο Iουδαίο να συναναστρέφεται ή να πλησιάζει σ’ έναν αλλόφυλο· ο Θεός, όμως, έδειξε σε μένα να μη λέω κανέναν άνθρωπο βέβηλον ή ακάθαρτον· Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Eίπε τότε σ’ αυτούς: «Το ξέρετε εσείς ότι είναι απαγορευμένο από το νόμο σ’ έναν Ιουδαίο να συναναστρέφεται μ’ έναν αλλοεθνή ή να μπαίνει στο σπίτι του. Σ’ εμένα όμως ο Θεός μού φανέρωσε να μη θεωρούμε κανέναν άνθρωπο βέβηλο ή ακάθαρτο. Cata Lucan Evanghelion ke e Praxis ton Apostolon 1859 (Frangochiatika) Ke ipe pros aftus, sis exevrete oti ine asinchoriton is ànthropon Iudheon na sinanastrefite i na plisiàzi is allofilon: o Theos omos edhixen is eme na mi legho midhéna ànthropon vevilon i acàtharton. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) «Εσείς ξέρετε», τους λέει, «ότι δεν επιτρέπεται από το νόμο σ’ έναν Ιουδαίο να συναναστρέφεται έναν μη Ιουδαίο ή να μπαίνει στο σπίτι του. Εμένα όμως μου έδειξε ο Θεός ότι κανέναν άνθρωπο δεν πρέπει να τον θεωρούμε μολυσμένο ή ακάθαρτο. Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) «Εσείς ξέρετε», τους λέει, «ότι δεν επιτρέπεται από το νόμο σ’ έναν Ιουδαίο να συναναστρέφεται έναν μη Ιουδαίο ή να μπαίνει στο σπίτι του. Εμένα όμως μου έδειξε ο Θεός ότι κανέναν άνθρωπο δεν πρέπει να τον θεωρούμε μολυσμένο ή ακάθαρτο. Textus Receptus (Scrivener 1894) εφη τε προς αυτους υμεις επιστασθε ως αθεμιτον εστιν ανδρι ιουδαιω κολλασθαι η προσερχεσθαι αλλοφυλω και εμοι ο θεος εδειξεν μηδενα κοινον η ακαθαρτον λεγειν ανθρωπον |
καὶ ὅταν εἶδαν ὅτι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του τρώγουν ψωμὶ μὲ ἀκάθαρτα χέρια, δηλαδὴ ἄπλυτα, τοὺς κατηγοροῦσαν
Ὁ Φαρισαῖος ἐστάθηκε καὶ ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἑαυτόν του: «Θεέ, σὲ εὐχαριστῶ, διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ ὅπως αὐτὸς ἐδῶ ὁ τελώνης.
Ἀπὸ τὸν Καϊάφαν ἔφεραν τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ κυβερνεῖον. Ἦτο τότε πρωΐ. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἐμπῆκαν εἰς τὸ κυβερνεῖον διὰ νὰ μὴ μολυνθοῦν, ἀλλὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ φάγουν τὸ πάσχα.
Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ ἀπόρησαν ποὺ μιλοῦσε μὲ γυναῖκα, κανεὶς ὅμως δὲν εἶπε, «Τί ζητᾶς;» ἢ «Γιατί μιλᾶς μαζί της;».
Ἡ Σαμαρεῖτις γυναῖκα τοῦ λέγει, «Πῶς σὺ ποὺ εἶσαι Ἰουδαῖος ζητᾶς νὰ πιῇς ἀπὸ ἐμὲ ποὺ εἶμαι γυναῖκα Σαμαρεῖτις;». Διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς Σαμαρείτας.
Γι᾽ αὐτὸ ἦλθα χωρὶς ἀντίρρησιν, ὅταν ἐστείλατε γιὰ μένα. Ἐρωτῶ λοιπόν, γιὰ ποιόν λόγον μὲ προσκαλέσατε;».
Ἡ φωνὴ μοῦ ἀπεκρίθη διὰ δευτέραν φορὰν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, «Ἐκεῖνα ποὺ ὁ Θεὸς ἐκαθάρισε, δὲν πρέπει σὺ νὰ τὰ θεωρῇς ἀκάθαρτα».