Διαδικτυακή Βίβλος

Διαφημίσεις


Ολόκληρη η Βίβλος Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη




Κατά Ματθαίον 20:5 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν

Ἐπῆγαν καὶ ἐκεῖνοι. Πάλιν ὅταν ἐβγῆκε κατὰ τὴν ἕκτην καὶ τὴν ἐνάτην ὥραν, ἔκανε τὸ ἴδιο.

Δείτε το κεφάλαιο

Περισσότερες εκδόσεις

H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)

Όταν ξαναβγήκε γύρω στις δώδεκα και στις τρεις η ώρα έκανε το ίδιο.

Δείτε το κεφάλαιο

Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου

Mετά ξαναβγήκε στις δώδεκα και στις τρεις η ώρα και έκανε το ίδιο.

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Έφυγαν κι αυτοί για το αμπέλι. Όταν ξαναβγήκε κατά τις δώδεκα και κατά τις τρεις, έκανε το ίδιο.

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Έφυγαν κι αυτοί για το αμπέλι. Όταν ξαναβγήκε κατά τις δώδεκα και κατά τις τρεις, έκανε το ίδιο.

Δείτε το κεφάλαιο

Textus Receptus (Scrivener 1894)

οι δε απηλθον παλιν εξελθων περι εκτην και εννατην ωραν εποιησεν ωσαυτως

Δείτε το κεφάλαιο

Textus Receptus (Elzevir 1624)

οι δε απηλθον παλιν εξελθων περι εκτην και εννατην ωραν εποιησεν ωσαυτως

Δείτε το κεφάλαιο
Άλλες μεταφράσεις



Κατά Ματθαίον 20:5
15 Σταυροειδείς Αναφορές  

Καὶ εἰς ἐκείνους εἶπε, «Πηγαίνετε καὶ σεῖς στὸ ἀμπέλι καὶ ὅ,τι εἶναι σωστὸ θὰ σᾶς δώσω».


Ὅταν ἐβγῆκε κατὰ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, εὑρῆκε ἄλλους νὰ στέκωνται χωρὶς δουλειὰ καὶ τοὺς λέγει, «Γιατί στέκεσθε ἐδῶ ὅλην τὴν ἡμέραν χωρὶς δουλειά;».


Ἀπὸ τὴν ἕκτην ὥραν ἔγινε σκοτάδι εἰς ὅλην τὴν γῆν μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας.


Αὐτὸς τοὺς ἀπαντᾶ, «Ἐλᾶτε νὰ ἰδῆτε». Ἦλθαν λοιπὸν καὶ εἶδαν ποῦ μένει καὶ ἔμειναν μαζί του τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἦτο δὲ ἡ ὥρα δέκα περίπου.


Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς, «Δὲν εἶναι δώδεκα οἱ ὧρες τῆς ἡμέρας; Ἐὰν περπατῇ κανεὶς τὴν ἡμέραν, δὲν σκοντάφτει, διότι βλέπει τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου.


Ἐκεῖ ὑπῆρχε τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰησοῦς, κουρασμένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν, ἐκάθησεν, ὅπως ἦτο κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι· ἡ ὥρα ἦτο περίπου ἕξη.


Μίαν ἡμέραν, περὶ τὴν ἐνάτην ὥραν, εἶδε καθαρὰ σ᾽ ἕνα ὅραμα ἄγγελον τοῦ Θεοῦ νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ τοῦ λέγῃ, «Κορνήλιε».


Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἐνῷ ἐκεῖνοι περπατοῦσαν ἀκόμη καὶ ἐπλησίαζαν εἰς τὴν πόλιν, ἀνέβηκε ὁ Πέτρος εἰς τὸ ἀνῶγι, κατὰ τὴν ἕκτην ὥραν, διὰ νὰ προσευχηθῇ.


Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ἀνέβαινον μαζὶ εἰς τὸν ναὸν τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς, τὴν ἐνάτην.