Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἀνεχώρησε ἀπ᾽ ἐκεῖ μὲ πλοιάριον εἰς ἔρημον τόπον μόνος του. Καὶ ὅταν τὸ ἔμαθεν ὁ κόσμος, τὸν ἀκολούθησαν πεζῆ ἀπὸ τὰς πόλεις.
Κατά Λουκάν 9:12 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν Ὅταν ἄρχισε νὰ βραδυάζῃ, τὸν ἐπλησίασαν οἱ δώδεκα καὶ τοῦ εἶπαν, «Ἄφησε ἐλεύθερον τὸν κόσμον, διὰ νὰ πᾶνε εἰς τὰ γύρω χωριὰ καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ νὰ βροῦν καταλύματα καὶ τροφές, διότι ἐδῶ εἴμεθα εἰς ἔρημον τόπον». Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Kαι η ημέρα άρχισε να τελειώνει· και καθώς τον πλησίασαν οι δώδεκα του είπαν: Aπόλυσε το πλήθος, για να πάνε στις γύρω κωμοπόλεις και στα χωράφια, και να βρουν καταλύματα, και να βρουν τροφές· επειδή, εδώ είμαστε σε ερημικό τόπο. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Στο μεταξύ η μέρα άρχισε να φτάνει στο τέλος της. Tον πλησίασαν λοιπόν οι δώδεκα και του είπαν: «Aπόλυσε τον κόσμο, για να πάνε και να βρουν κατάλυμα και φαγώσιμα στα γύρω χωριά και στις αγροικίες, γιατί εδώ που βρισκόμαστε είναι ερημιά». Cata Lucan Evanghelion ke e Praxis ton Apostolon 1859 (Frangochiatika) I dhe iméra irchise na clini: ke proselthòndes i dhodheca ipon pros afton, Apòlison ton ochlon, dhia na ipaghosin is tas perix comas ke tus aghrus, ke na catalisosi, ke na évrosi trofas: dhioti edho imetha en erìmo topo. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Η μέρα όμως άρχισε να γέρνει. Οι δώδεκα μαθητές πήγαν κοντά του και του είπαν: «Διώξε τον κόσμο, για να πάνε στα γύρω χωριά και τις αγροικίες να βρουν κατάλυμα και φαγητό, γιατί εδώ είμαστε στην ερημιά». Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Η μέρα όμως άρχισε να γέρνει. Οι δώδεκα μαθητές πήγαν κοντά του και του είπαν: «Διώξε τον κόσμο, για να πάνε στα γύρω χωριά και τις αγροικίες να βρουν κατάλυμα και φαγητό, γιατί εδώ είμαστε στην ερημιά». Textus Receptus (Scrivener 1894) η δε ημερα ηρξατο κλινειν προσελθοντες δε οι δωδεκα ειπον αυτω απολυσον τον οχλον ινα απελθοντες εις τας κυκλω κωμας και τους αγρους καταλυσωσιν και ευρωσιν επισιτισμον οτι ωδε εν ερημω τοπω εσμεν |
Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἀνεχώρησε ἀπ᾽ ἐκεῖ μὲ πλοιάριον εἰς ἔρημον τόπον μόνος του. Καὶ ὅταν τὸ ἔμαθεν ὁ κόσμος, τὸν ἀκολούθησαν πεζῆ ἀπὸ τὰς πόλεις.
Αὐτὸς ὅμως δὲν ἀπεκρίθη οὔτε λέξιν. Καὶ ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ τοῦ ἔλεγαν, «Διῶξέ την, διότι φωνάζει ἀπὸ πίσω μας».
Ὁ Ἰησοῦς τότε ἐκάλεσε τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς εἶπε, «Σπλαγχνίζομαι τὸν κόσμον, διότι ἐπὶ τρεῖς τώρα ἡμέρες παραμένουν κοντά μου καὶ δὲν ἔχουν τί νὰ φάγουν, καὶ νὰ τοὺς διαλύσω νηστικοὺς δὲν θέλω, μήπως ἀποκάμουν εἰς τὸν δρόμον».
Ἀλλ᾽ ὁ κόσμος τὸ ἔμαθε καὶ τὸν ἀκολούθησε· αὐτὸς τοὺς ἐδέχθηκε καὶ τοὺς μιλοῦσε διὰ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐθεράπευε ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀνάγκην θεραπείας.
Ἐκεῖνος τοὺς εἶπε, «Δῶστε τους σεῖς νὰ φᾶνε». Αὐτοὶ δὲ εἶπαν, «Δὲν ἔχομεν τίποτε περισσότερον ἀπὸ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια, ἐκτὸς ἐὰν ἐμεῖς πᾶμε νὰ ἀγοράσωμεν τρόφιμα γιὰ ὅλον αὐτὸν τὸν κόσμον»,
διότι γνωρίζω ὅτι αὐτὸ θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπελευθέρωσίν μου, διὰ τῆς προσευχῆς σας καὶ τῆς βοηθείας τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,