Τότε θὰ πῇ καὶ σ᾽ ἐκείνους, ποὺ θὰ εἶναι πρὸς τὰ ἀριστερά, «Φύγετε ἀπ᾽ ἐμέ, καταραμένοι, στὴν αἰωνία φωτιά, ποὺ ἔχει ἑτοιμασθῆ διὰ τὸν διάβολον καὶ τοὺς ἀγγέλους του,
Κατά Λουκάν 16:24 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν Καὶ ἐφώναξε καὶ εἶπε, «Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησέ με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρον νὰ βουτήξῃ τὴν ἄκρη τοῦ δακτύλου του σὲ νερὸ καὶ νὰ δροσίσῃ τὴν γλῶσσά μου, διότι ὑποφέρω μέσα σ᾽ αὐτὴν τὴν φλόγα». Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) και αυτός, φωνάζοντας, είπε: Πατέρα Aβραάμ, ελέησέ με, και στείλε τον Λάζαρο, για να βουτήξει την άκρη τού δαχτύλου του στο νερό, και να δροσίσει τη γλώσσα μου· επειδή, βασανίζομαι μέσα σε τούτη τη φλόγα. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Φώναξε τότε και είπε: “Πατέρα μου Aβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε τον Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φλόγα!”. Cata Lucan Evanghelion ke e Praxis ton Apostolon 1859 (Frangochiatika) Ke aftos fonàxas ipe, Pater Avraàm, eleison me, ke pempson ton Lazaron, dhia na vapsi to acron tu dhactilu aftu is idhor, ke na catadhrosìsi tin ghlossan mu: dhioti vasanizome en ti floghì tafti. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: “πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτυλού του και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά”. Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: “πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτυλού του και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά”. Textus Receptus (Scrivener 1894) και αυτος φωνησας ειπεν πατερ αβρααμ ελεησον με και πεμψον λαζαρον ινα βαψη το ακρον του δακτυλου αυτου υδατος και καταψυξη την γλωσσαν μου οτι οδυνωμαι εν τη φλογι ταυτη |
Τότε θὰ πῇ καὶ σ᾽ ἐκείνους, ποὺ θὰ εἶναι πρὸς τὰ ἀριστερά, «Φύγετε ἀπ᾽ ἐμέ, καταραμένοι, στὴν αἰωνία φωτιά, ποὺ ἔχει ἑτοιμασθῆ διὰ τὸν διάβολον καὶ τοὺς ἀγγέλους του,
καὶ μὴ νομίσετε ὅτι μπορεῖτε νὰ λέγετε μέσα σας, Πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ, διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ ἀπὸ τὶς πέτρες αὐτὲς νὰ κάνῃ παιδιὰ διὰ τὸν Ἀβραάμ.
Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι καθένας ποὺ ὀργίζεται ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του χωρὶς λόγον, πρέπει νὰ δικασθῇ. Ἐκεῖνος δέ, ποὺ θὰ πῇ εἰς τὸν ἀδελφόν του «Ρακά», αὐτὸς πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Συνέδριον. Ἐκεῖνος πάλιν ποὺ θὰ πῇ, «Μωρέ», αὐτὸς πρέπει νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν πυρίνην γέενναν.
Αὐτὸς δὲ εἶπε, «Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾽ ἐὰν κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς πάῃ σ᾽ αὐτούς, θὰ μετανοήσουν».
Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Σήμερα ἔγινε σωτηρία σὲ τοῦτο τὸ σπίτι, διότι καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ,
Κάνετε λοιπὸν καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας καὶ μὴ ἀρχίσετε νὰ λέτε μέσα σας, «Πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ», διότι σᾶς λέγω ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ ἀπὸ τὶς πέτρες αὐτὲς νὰ κάνῃ παιδιὰ διὰ τὸν Ἀβραάμ.
Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ἐὰν ἤξερες τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σοῦ λέγει, «Δός μου νὰ πιῶ», σὺ θὰ τὸν παρακαλοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ζωντανό».
ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ πιῇ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, θὰ γίνῃ μιὰ ἐσωτερικὴ πηγὴ νεροῦ ποὺ θὰ ἀναβρύῃ εἰς ζωὴν αἰώνιον».
Τὴν τελευταίαν ἡμέραν τὴν μεγάλην τῆς ἑορτῆς ἐστάθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐφώναξε δυνατά, «Ἐὰν κανεὶς διψᾷ, ἂς ἔλθῃ σ᾽ ἐμὲ καὶ ἂς πιῇ.
καὶ πατέρας ἐκείνων ἐκ τῶν περιτμημένων ποὺ δὲν ἀρκοῦνται μόνον εἰς τὴν περιτομὴν ἀλλὰ καὶ βαδίζουν εἰς τὰ ἴχνη τῆς πίστεως ποὺ εἶχε ὁ πατέρας μας Ἀβραάμ, ὅταν ἀκόμη ἦτο ἀπερίτμητος.
μέσα σὲ πυρίνην φλόγα, καὶ θὰ καταδικάσῃ ἐκείνους ποὺ δὲν ξέρουν Θεὸν καὶ δὲν ὑπακούουν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ,
διότι ἡ κρίσις θὰ εἶναι ἄσπλαγχνη πρὸς ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔδειξε εὐσπλαγχνίαν. Ἡ εὐσπλαγχνία θριαμβεύει ἔναντι τῆς κρίσεως.
Καὶ ἡ γλῶσσα εἶναι μιὰ φωτιά, κόσμος κακίας. Μεταξὺ τῶν μελῶν μας, ἡ γλῶσσα εἶναι ἐκείνη ποὺ μολύνει ὁλόκληρον τὸ σῶμα καὶ πυρακτώνει τὸν τροχὸν τῆς ζωῆς καὶ πυρακτώνεται καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὴν γέενναν.
Καὶ ἐπιάσθηκε τὸ θηρίον καὶ μαζί του ὁ ψευδοπροφήτης ποὺ ἔκανε τὰ θαύματα ἐμπρός του, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπλάνησε ἐκείνους ποὺ εἶχαν πάρει τὸ χαραγμένο σημάδι τοῦ θηρίου καὶ προσκυνοῦσαν τὴν εἰκόνα του. Ἐρρίχθηκαν καὶ οἱ δύο ζωντανοὶ εἰς τὴν λίμνην τῆς φωτιᾶς ποὺ ἔκαιε μὲ θειάφι.
Καὶ ὅποιος δὲν εὑρέθηκε γραμμένος εἰς τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς, ἐρρίχθηκε εἰς τὴν λίμνην τῆς φωτιᾶς.
Ὕστερα μοῦ ἔδειξε τὸν ποταμὸν τοῦ νεροῦ τῆς ζωῆς, ποὺ ἔλαμπε σὰν κρύσταλλο καὶ ὁ ὁποῖος ἐπήγαζε ἀπὸ τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἀρνίου.