καὶ παρουσιάσθηκε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ξερὸ χέρι. Καὶ τὸν ἐρώτησαν, «Ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ Σάββατον νὰ κάνῃ ἕνας θεραπείαν;», μὲ τὸν σκοπὸν νὰ τὸν κατηγορήσουν.
Κατά Ιωάννην 5:10 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν Γι᾽ αὐτὸ ἔλεγαν οἱ Ἰουδαῖοι εἰς τὸν θεραπευθέντα, «Εἶναι Σάββατον, δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ σηκώσῃς τὸ κρεββάτι σου». Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Έλεγαν, λοιπόν, οι Iουδαίοι στον θεραπευμένο: Eίναι σάββατο· δεν σου επιτρέπεται να σηκώσεις το κρεβάτι. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στον θεραπευμένο: «Είναι Σάββατο και δεν επιτρέπεται να κουβαλάς το κρεβάτι σου». Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι άρχοντες στο θεραπευμένο: «Είναι Σάββατο, και δεν επιτρέπεται να σηκώνεις το κρεβάτι σου». Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι άρχοντες στο θεραπευμένο: «Είναι Σάββατο, και δεν επιτρέπεται να σηκώνεις το κρεβάτι σου». Textus Receptus (Scrivener 1894) ελεγον ουν οι ιουδαιοι τω τεθεραπευμενω σαββατον εστιν ουκ εξεστιν σοι αραι τον κραββατον Textus Receptus (Elzevir 1624) ελεγον ουν οι ιουδαιοι τω τεθεραπευμενω σαββατον εστιν ουκ εξεστιν σοι αραι τον κραββατον |
καὶ παρουσιάσθηκε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ξερὸ χέρι. Καὶ τὸν ἐρώτησαν, «Ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ Σάββατον νὰ κάνῃ ἕνας θεραπείαν;», μὲ τὸν σκοπὸν νὰ τὸν κατηγορήσουν.
Καὶ οἱ Φαρισαῖοι τοῦ ἔλεγαν, «Νά, τί κάνουν τὸ Σάββατον, πρᾶγμα, ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται».
Καὶ λέγει εἰς αὐτούς, «Ἐπιτρέπεται τὸ Σάββατον νὰ κάνῃ κανεὶς καλὸ ἢ νὰ κάνῃ κακό; Νὰ σώσῃ μιὰ ζωὴ ἢ νὰ σκοτώσῃ;». Αὐτοὶ ἐσιωποῦσαν.
Ἔλαβε τότε τὸν λόγον ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτισμένος διότι ὁ Ἰησοῦς ἐθεράπευσε κατὰ τὸ Σάββατον, καὶ εἶπε εἰς ἐκείνους ποὺ παρευρίσκοντο ἐκεῖ, «Ὑπάρχουν ἕξη ἡμέρες ποὺ ἐπιτρέπεται ἡ ἐργασία· τότε νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ θεραπεύεσθε καὶ ὄχι τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου».
ὕστερα ἐπέστρεψαν σπίτι τους καὶ ἑτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. Καὶ τὸ μὲν Σάββατον ἡσύχασαν σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν.
Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τοὺς εἶπαν, «Γιατί κάνετε ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάνετε τὰ Σάββατα;».
Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰωάννου, ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ἔστειλαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἱερεῖς καὶ Λευΐτας νὰ τὸν ἐρωτήσουν, «Σὺ ποιός εἶσαι;».
Αὐτὸς τοὺς ἀπεκρίθη, «Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἔκανε ὑγιῆ ἐκεῖνος μοῦ εἶπε, «Σήκωσε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτησε».
Ἔφυγε ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπε εἰς τοὺς Ἰουδαίους ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι αὐτὸς ποὺ τὸν ἔκανε ὑγιῆ.
Διὰ τοῦτο κατεδίωκαν οἱ Ἰουδαῖοι τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐζητοῦσαν νὰ τὸν σκοτώσουν, διότι ἔκανε τὰ ἔργα αὐτὰ τὸ Σάββατον.
Ἐὰν λοιπὸν ἕνας ἄνθρωπος περιτέμνεται τὸ Σάββατον, διὰ νὰ τηρηθῇ ὁ νόμος τοῦ Μωϋσέως, ὀργίζεσθε ἐναντίον μου διότι ὁλόκληρον ἄνθρωπον ἔκανα ὑγιῆ τὸ Σάββατον;
Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους εἶπαν, «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι δὲν τηρεῖ τὸ Σάββατον». Ἄλλοι ἔλεγαν, «Πῶς μπορεῖ ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς νὰ κάνῃ τέτοια θαύματα;». Καὶ ἔγινε διχασμὸς μεταξύ τους.