Ἀλλ᾽ ὁ Πέτρος ἔλαβε τὸν λόγον καὶ τοῦ εἶπε, «Ἐὰν ὅλοι κλονισθοῦν εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τους σ᾽ ἐσέ, ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ κλονισθῶ».
Κατά Ιωάννην 18:17 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν Λέγει ἡ δούλη ἡ θυρωρὸς εἰς τὸν Πέτρον, «Μήπως εἶσαι καὶ σὺ ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ;». Ἐκεῖνος εἶπε, «Δὲν εἶμαι». Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) H δούλη, η θυρωρός, λέει, λοιπόν, στον Πέτρο: Mήπως κι εσύ είσαι από τους μαθητές αυτού τού ανθρώπου; Eκείνος λέει: Δεν είμαι. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου Ρωτάει τότε η θυρωρός, που ήταν μια νεαρή δούλη, τον Πέτρο: «Μήπως είσαι κι εσύ ένας από τους μαθητές του ανθρώπου αυτού;». Απαντάει εκείνος: «Δεν είμαι». Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Ρωτάει τότε τον Πέτρο η νεαρή υπηρέτρια, η θυρωρός: «Μήπως είσαι κι εσύ από τους μαθητές αυτού του ανθρώπου;» Λέει εκείνος: «Όχι, δεν είμαι». Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Ρωτάει τότε τον Πέτρο η νεαρή υπηρέτρια, η θυρωρός: «Μήπως είσαι κι εσύ από τους μαθητές αυτού του ανθρώπου;» Λέει εκείνος: «Όχι, δεν είμαι». Textus Receptus (Scrivener 1894) λεγει ουν η παιδισκη η θυρωρος τω πετρω μη και συ εκ των μαθητων ει του ανθρωπου τουτου λεγει εκεινος ουκ ειμι Textus Receptus (Elzevir 1624) λεγει ουν η παιδισκη η θυρωρος τω πετρω μη και συ εκ των μαθητων ει του ανθρωπου τουτου λεγει εκεινος ουκ ειμι |
Ἀλλ᾽ ὁ Πέτρος ἔλαβε τὸν λόγον καὶ τοῦ εἶπε, «Ἐὰν ὅλοι κλονισθοῦν εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τους σ᾽ ἐσέ, ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ κλονισθῶ».
Ὅταν τὸν συνέλαβαν, τὸν ἔφεραν καὶ τὸν ἔμπασαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀρχιερέως. Ὁ δὲ Πέτρος ἀκολουθοῦσε ἀπὸ μακρυά.
Ἀλλ᾽ ὁ Πέτρος στεκότανε ἔξω κοντὰ στὴν πόρτα. Ἐβγῆκε τότε ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἦτο γνωστὸς εἰς τὸν ἀρχιερέα, καὶ εἶπεν εἰς τὴν θυρωρὸν καὶ ἔμπασε τὸν Πέτρον.
Ὁ δὲ Σίμων Πέτρος στεκότανε καὶ ζεσταινότανε. Τὸν ρωτοῦν, «Μήπως εἶσαι καὶ σὺ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του;». Ἐκεῖνος τὸ ἀρνήθηκε καὶ εἶπε, «Δὲν εἶμαι».
Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπεκρίθησαν, «Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον». Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, «Ἐγὼ εἶμαι». Ἦτο δὲ μαζί τους καὶ ὁ Ἰούδας, ὁ ὁποῖος τὸν παρέδωσε.
Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς, «Σᾶς εἶπα ὅτι ἐγὼ εἶμαι. Ἐὰν λοιπὸν ζητᾶτε ἐμέ, ἀφῆστε αὐτοὺς νὰ φύγουν»,
Ὅταν ἐτελείωσαν τὸ πρόγευμα, λέγει ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν Σίμωνα Πέτρον, «Σίμων τοῦ Ἰωνᾶ, μὲ ἀγαπᾶς περισσότερον ἀπ᾽ αὐτούς;». Ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾶ, «Ναί, Κύριε, σὺ ξέρεις ὅτι σὲ ἀγαπῶ». «Βόσκε τὰ ἀρνιά μου», τοῦ λέγει.
Ὅταν ἐκτύπησε τὴν ἐξωτερικὴ πόρτα, ἦλθε μιὰ ὑπηρέτρια, ποὺ ὠνομάζετο Ρόδη, διὰ νὰ ἰδῇ ποιός ἦτο,