Διαδικτυακή Βίβλος

Διαφημίσεις


Ολόκληρη η Βίβλος Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη




Αποκάλυψη Ιωάννου 18:2 - Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν

καὶ ἐφώναξε μὲ δυνατὴν φωνὴν καὶ εἶπε, «Ἔπεσε, ἔπεσε ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη καὶ ἔγινε κατοικία δαιμονίων, καταφύγιον διὰ κάθε πνεῦμα ἀκάθαρτον, καταφύγιον διὰ κάθε ἀκάθαρτον καὶ μισητὸν ὄρνεον,

Δείτε το κεφάλαιο

Περισσότερες εκδόσεις

H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)

Kαι έκραξε δυνατά με ισχυρή φωνή, λέγοντας: «Έπεσε, έπεσε η Bαβυλώνα» η μεγάλη, και έγινε κατοικητήριο δαιμόνων, και φυλακή για κάθε ακάθαρτο πνεύμα, και φυλακή για κάθε ακάθαρτο και μισητό όρνεο·

Δείτε το κεφάλαιο

Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου

Kαι με δυνατή φωνή είπε: «Έπεσε η Βαβυλώνα η μεγάλη και κατάντησε κατοικία δαιμονίων, καταφύγιο κάθε είδους ακάθαρτου πνεύματος και καταφύγιο για κάθε λογής ακάθαρτο και σιχαμερό όρνιο!

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Αυτός έκραξε με δυνατή φωνή: «Έπεσε, έπεσε η Βαβυλώνα η μεγάλη! Έγινε κατοικία δαιμονίων, καταφύγιο για κάθε πνεύμα ακάθαρτο, για κάθε όρνιο ακάθαρτο και για κάθε θεριό ακάθαρτο και μισητό.

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Αυτός έκραξε με δυνατή φωνή: «Έπεσε, έπεσε η Βαβυλώνα η μεγάλη! Έγινε κατοικία δαιμονίων, καταφύγιο για κάθε πνεύμα ακάθαρτο, για κάθε όρνιο ακάθαρτο και για κάθε θεριό ακάθαρτο και μισητό.

Δείτε το κεφάλαιο

Textus Receptus (Scrivener 1894)

και εκραξεν εν ισχυι φωνη μεγαλη λεγων επεσεν επεσεν βαβυλων η μεγαλη και εγενετο κατοικητηριον δαιμονων και φυλακη παντος πνευματος ακαθαρτου και φυλακη παντος ορνεου ακαθαρτου και μεμισημενου

Δείτε το κεφάλαιο

Textus Receptus (Elzevir 1624)

και εκραξεν εν ισχυι φωνη μεγαλη λεγων επεσεν επεσεν βαβυλων η μεγαλη και εγενετο κατοικητηριον δαιμονων και φυλακη παντος πνευματος ακαθαρτου και φυλακη παντος ορνεου ακαθαρτου και μεμισημενου

Δείτε το κεφάλαιο
Άλλες μεταφράσεις



Αποκάλυψη Ιωάννου 18:2
26 Σταυροειδείς Αναφορές  

Τὰ πόδια του ἦσαν ὅμοια μὲ χαλκὸν ποὺ λάμπει, σὰν νὰ εἶχε καῆ στὸ καμίνι, καὶ ἡ φωνή του σὰν βοὴ ἀπὸ πολλὰ νερά.


Καὶ ἐφώναξε μὲ δυνατὴν φωνήν, σὰν νὰ βρυχᾶται λιοντάρι. Καὶ ὅταν ἐφώναξε, τὸτε ἐμίλησαν αἱ ἐπτὰ βρονταὶ μὲ τὰς δικάς των φωνάς.


Τὰ πτώματά των θὰ ἀφεθοῦν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως τῆς μεγάλης, ἡ ὁποία ἀλληγορικῶς καλεῖται Σόδομα καὶ Αἴγυπτος, ὅπου καὶ ὁ Κύριός των ἐσταυρώθηκε.


Καὶ ἐβγῆκε ἄλλος ἄγγελος ἀπὸ τὸν ναὸν καὶ ἐφώναξε μὲ δυνατὴν φωνὴν εἰς ἐκεῖνον ποὺ καθότανε ἐπάνω εἰς τὸ σύννεφο, «Στεῖλε τὸ δρεπάνι σου καὶ θέρισε, διότι ἦλθε ἡ ὥρα νὰ θερίσῃς· ἡ συγκομιδὴ τῆς γῆς ἔχει ὡριμάσει».


Καὶ ἄλλος ἄγγελος, δεύτερος, ἀκολούθησε καὶ ἔλεγε, «Ἔπεσε, ἔπεσε ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἡ ὁποία ἔκανε ὅλα τὰ ἔθνη νὰ πιοῦν ἀπὸ τὸ κρασὶ τοῦ πάθους τῆς πορνείας της».


Ὕστερα εἶδα νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ δράκου, ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ θηρίου καὶ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ψευδοπροφήτου τρία ἀκάθαρτα πνεύματα ποὺ ἦσαν σὰν βάτραχοι.


Καὶ ἡ πόλις ἡ μεγάλη ἐχωρίστηκε σὲ τρία μέρη καὶ αἱ πόλεις τῶν ἐθνῶν ἔπεσαν. Καὶ ἐθυμήθηκε ὁ Θεὸς τὴν Βαβυλῶνα τὴν μεγάλην νὰ τῆς δώσῃ νὰ πιῇ τὸ ποτῆρι μὲ τὸ κρασὶ τῆς μεγάλης ὀργῆς του.


Καὶ ἡ γυναῖκα ποὺ εἶδες εἶναι ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἡ ὁποία βασιλεύει ἐπάνω εἰς τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς».


καὶ εἰς τὸ μέτωπόν της ἦτο γραμμένον ἕνα ὄνομα, ἕνα μυστήριον: «Ἡ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἡ μητέρα τῶν πορνῶν καὶ τῶν βδελυγμάτων τῆς γῆς».


θὰ στέκωνται μακρυὰ ἀπὸ τὸν φόβον τοῦ βασανισμοῦ της καὶ θὰ λέγουν, «Οὐαί, οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη Βαβυλών, ἡ πόλις ἡ δυνατή, σὲ μιὰ ὥρα ἦλθε ἡ καταδίκη σου».


Καὶ ἕνας ἄγγελος δυνατὸς ἐσήκωσε μιὰ πέτρα, σὰν μιὰ μεγάλη μυλόπετρα καὶ τὴν ἔρριξε εἰς τὴν θάλασσαν καὶ εἶπε, «Ἔτσι μὲ ὁρμὴν θὰ καταπέσῃ ἡ Βαβυλών, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, καὶ δὲν θὰ βρεθῇ πλέον.


Καὶ εἶδα ἕναν ἄγγελον δυνατὸν νὰ φωνάζῃ μὲ δυνατὴν φωνήν, «Ποιός εἶναι ἄξιος νὰ ἀνοίξῃ τὸ βιβλίον καὶ νὰ λύσῃ τὶς σφραγῖδές του;».