Λοιπόν με θέλει να ’μαι ένοχος· τότε γιατί μάταια να κοπιάζω αθώος να αποδειχτώ;
Eίμαι ασεβής· γιατί, λoιπόν, να κoπιάζω μάταια;
Λέω στο Θεό: «Μη με καταδικάσεις! Δείξε μου, για ποιο πράγμα με κατηγορείς.
Αφού καλά το ξέρεις πως δεν είμαι ένοχος και πως κανένας δεν μπορεί από τα χέρια σου να με γλιτώσει.
Ω! Ναι, ξέρω καλά τι συλλογίζεστε και τις πανούργες σκέψεις σας για μένα.
Μα ο Θεός βρίσκει προφάσεις εναντίον μου, με βλέπει σαν εχθρό του.
Είμαι αθώος, είμαι δίκαιος μα ό,τι κι αν πω μοιάζει να μ’ ενοχοποιεί, να με καταδικάζει.
Εσύ όμως λες: “είμαι αθώος. Ο Κύριος δεν είναι πια μαζί μου θυμωμένος”. Αλλά εγώ ο Κύριος θα σε κρίνω, γιατί ισχυρίζεσαι ότι δεν έχεις αμαρτήσει».