Να περιμένω όσο εκείνοι δε μιλούν; Στέκονται εκεί, χωρίς πια ν’ απαντούνε.
Kαι περίμενα, επειδή δεν μιλoύσαν· αλλά, στέκoνταν όρθιoι· δεν απαντoύσαν πλέoν.
Μακάρι να σωπαίνατε! Τότε μπορεί και να σας παίρναν για σοφούς.
Αυτοί ξαφνιάστηκαν, σκεφτόμουν, και πια δεν αποκρίνονται· τα λόγια τους τα χάσαν.
Με τη σειρά μου κι εγώ θέλω ν’ απαντήσω, θέλω κι εγώ τη γνώμη μου να πω.
Ακόμη κι ο ανόητος όταν σωπαίνει περνιέται για σοφός· κι όποιος κλείνει το στόμα του, για φρόνιμος.
Φρόνιμο είναι, λοιπόν, σε τέτοιους πονηρούς καιρούς το στόμα του κανείς κλειστό να το κρατάει.
Να ξέρετε καλά, αγαπητοί μου αδερφοί: Κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι πρόθυμος στο να ακούει, να μη βιάζεται να μιλάει και να μη βιάζεται να οργίζεται.