Ιώβ 3:13 - Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Θα ’μουνα τώρα ήσυχος στον τάφο μου· θα κοιμόμουν και θ’ αναπαυόμουνα H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Eπειδή, τώρα θα ήμoυν ξαπλωμένoς3 και θα ησύχαζα· θα κoιμόμoυν· τότε θα ήμoυν σε ανάπαυση, Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Θα ’μουνα τώρα ήσυχος στον τάφο μου· θα κοιμόμουν και θ’ αναπαυόμουνα |
στη χώρα όπου βαθύτατο σκοτάδι βασιλεύει και σύγχυση, όπου ακόμα και το φως είναι σαν το σκοτάδι!»
Ρίχνεις τον άνθρωπο στη γη και χάνεται· την όψη του παραμορφώνεις με το θάνατο, τον διώχνεις μακριά.
Μα σύντομα, γιατί η αρίθμηση των χρόνων μου τελειώνει και θα ’μπω πια στο δρόμο που δεν έχει γυρισμό.
Μα όχι! Ξέρω πως ζει ο Θεός, ο υπερασπιστής μου, και πως θα πει τον τελευταίο λόγο εδώ στη γη.
Τώρα, και με τα ίδια μου τα μάτια θέλω να τον δω, αυτόν τον ίδιο κι όχι άλλον, ξένο. Τα σωθικά μου λιώνουν, μ’ ετούτη τη λαχτάρα.
Κι οι δυο στο χώμα βρίσκονται θαμμένοι· στρατιές σκουλήκια τούς σκεπάζουν και τους δύο.
Όπως το χιόνι ο καύσωνας το λιώνει και το ρουφάει η ξεραμένη γη, έτσι κι ο άδης καταπίνει αυτόν που αμάρτησε.
Τον λησμονάει ακόμα κι η ίδια του η μάνα και γίνεται των σκουληκιών τροφή. Κανένας πια για κείνον δε μιλάει. Έτσι σαν δέντρο η αδικία έχει κοπεί.
Την αμαρτία μου να συγχωρήσεις δεν μπορείς; την ανομία μου να σβήσεις; Αφού σε λίγο θα πλαγιάζω μες στο χώμα κι αν με γυρεύεις, δε θα υπάρχω πια.
Ό,τι βρίσκει το χέρι σου να κάνει, κάν’ το τώρα που μπορείς· γιατί στον άδη που θα πας δεν μπορείς να πράξεις τίποτα, ούτε να σκεφτείς, ούτε να μάθεις τίποτα, ούτε ν’ αποκτήσεις σοφία.
Αυτοί δεν βρίσκονται μαζί με τους πολεμιστές που σκοτώθηκαν σε παλιότερα χρόνια έχοντας σπείρει τον τρόμο στη γη· εκείνους τους έθαψαν με τιμές, μαζί με τα πολεμικά τους όπλα, τα ξίφη τους τοποθετήθηκαν κάτω από τα κεφάλια τους και οι ασπίδες τους πάνω στα σώματά τους.