Άμαξα θα σε κάνω αλωνιστική, καινούρια και με κοφτερά τα δόντια· και θ’ αλωνίσεις τα βουνά και θα τα κάνεις σκόνη, τους λόφους θα τους κάνεις σαν άχυρο λεπτό.
Ιερεμίας 9:10 - Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Ο Κύριος όμως λέει: «Θα κάνω την Ιερουσαλήμ σωρό από πέτρες και τόπο τσακαλιών· τις πόλεις θα ερημώσω του Ιούδα, ώστε κανείς να μην κατοικεί πια σ’ αυτές». H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Για τα βoυνά θα αναλάβω κλαυθμό και θρήνo, και για τις βoσκές τής ερήμoυ oδυρμό, επειδή αφανίστηκαν, ώστε δεν υπάρχει άνθρωπoς πoυ να διαβαίνει oύτε ακoύγεται φωνή ποιμνίου· από τo πουλί τoύ oυρανoύ μέχρι τo κτήνoς, έφυγαν, απήλθαν. Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Ο Κύριος όμως λέει: «Θα κάνω την Ιερουσαλήμ σωρό από πέτρες και τόπο τσακαλιών· τις πόλεις θα ερημώσω του Ιούδα, ώστε κανείς να μην κατοικεί πια σ’ αυτές». |
Άμαξα θα σε κάνω αλωνιστική, καινούρια και με κοφτερά τα δόντια· και θ’ αλωνίσεις τα βουνά και θα τα κάνεις σκόνη, τους λόφους θα τους κάνεις σαν άχυρο λεπτό.
Γιατί οι έρημοι τόποι σου και τα ερείπιά σου, η γη σου η κατεστραμμένη θα ’ναι τώρα πολύ στενή για τους κατοίκους σου, κι εκείνοι που σε καταστρέψαν θ’ απομακρυνθούν.
Πολλοί ξένοι βοσκοί κατέστρεψαν το αμπέλι μου, ποδοπατήσαν τα χωράφια μου, μετέτρεψαν σε απαίσια έρημο τους θαυμαστούς αγρούς μου.
Η χώρα απλώνεται μπροστά μου ερημωμένη και αξιολύπητη. Όλη η χώρα ερημώθηκε, γιατί κανείς δε νοιάστηκε για τις προειδοποιήσεις μου.
Ως πότε θα παραμένει άνυδρη η χώρα και θα ξεραίνεται το χορτάρι στα χωράφια; Για την κακία των κατοίκων της καταστράφηκαν τα ζώα και τα πουλιά στη χώρα, γιατί αυτοί οι άνθρωποι σκέφτηκαν ότι ο Θεός δεν μπορεί να δει το μέλλον τους.
Τ’ άγρια γαϊδούρια στέκονται στα ψηλώματα και τον αέρα οσμίζονται σαν τα τσακάλια· τα μάτια τους κουράζονται να ψάχνουν για χορτάρι, γιατί δε βρίσκουν πουθενά.
Βρυχήθηκαν σαν τα λιοντάρια εναντίον του οι εχθροί, ξέσπασαν σε κραυγές, ερήμωσαν τη χώρα του· κάηκαν εντελώς οι πόλεις του, δεν έχουν πια κατοίκους.
Δεν ενδιαφερθήκατε για μένα, αν και σας έβγαλα απ’ την Αίγυπτο και σας οδήγησα μέσα από την έρημο, μέσ’ από γη με στέπες και χαράδρες, μέσ’ από γη ξερή και σκοτεινή, απάτητη και ακατοίκητη.
«Η χώρα γέμισε μοιχούς. Όλοι φέρνονται πονηρά κι είναι στην αδικία ασυναγώνιστοι. Πενθεί η χώρα για την κατάρα του Κυρίου, τα βοσκοτόπια της στέπας ξεράθηκαν.
Ένα έθνος απ’ το βορρά έρχεται εναντίον της. Θα την ερημώσει, έτσι που κανένας πια δε θα κατοικεί σ’ αυτήν· άνθρωποι και ζώα θα φύγουν και θα διασκορπιστούν.
Λαέ της Ιερουσαλήμ, κούρεψε τα μαλλιά σου και πέταξέ τα· θρήνησε πάνω στους λόφους, γιατί είσαι μια γενιά που ο Κύριος οργίστηκε εναντίον της, την απέρριψε και την εγκατέλειψε.
Γι’ αυτό εγώ κλαίω· τα μάτια δάκρυα πλημμυρίζουν, γιατ’ είναι μακριά μου ο παρηγορητής μου εκείνος που θα μου ξανάδινε ζωή· αφανιστήκαν τα παιδιά μου, γιατί ο εχθρός ήταν πολύ ισχυρός».
Τα μάτια μου μαράθηκαν από τα δάκρυα, αναταράχτηκαν τα σπλάχνα μου, δεν μπορώ να κρύψω την απελπισία μου μπρος στου λαού μου την κατάρρευση, ενώ πεθαίνουνε τα βρέφη και τα νήπια στης πολιτείας τα σοκάκια.
»Ή θα στείλω άγρια θηρία εναντίον εκείνης της χώρας, για να εξαφανίσουν τους κατοίκους της και να την ερημώσουν, ώστε να μην μπορεί άνθρωπος να περάσει μέσα απ’ τη χώρα από τα πολλά θηρία της.
Δε θα περάσει μέσα απ’ αυτήν άνθρωπος, ούτε κανένα ζώο θα τη διασχίσει· για σαράντα χρόνια δεν θα κατοικηθεί.
Θα κάνω τη χώρα έρημη και χέρσα· έτσι θα εκμηδενιστεί η περήφανη δύναμή της. Θα ερημωθούν τα βουνά της χώρας του Ισραήλ, σε σημείο που κανείς να μην μπορεί να τα διαβεί.
Σ’ ολόκληρη τη χώρα του Ισραήλ οι πόλεις θα ερημωθούν και οι ιεροί τόποι θα γίνουν ερείπια. Τα θυσιαστήριά σας θα ερημωθούν, τα είδωλά σας θα κομματιαστούν και θ’ αφανιστούν, οι βωμοί σας του θυμιάματος θα κατεδαφιστούν· όλα όσα φτιάξατε θα χαθούν.
Γι’ αυτό, κοιτάξτε! Άρχισε να ξεραίνεται η χώρα, κι όλα όσα ζούνε πάνω της από τη δίψα θα πεθάνουν. Μαζί με τ’ άγρια ζώα και τα πετούμενα, ακόμα και της θάλασσας τα ψάρια θα ψοφήσουν.
Θρηνήστε ιερείς, που στο θυσιαστήριο ιερουργείτε! Φορέστε ρούχα πένθιμα! Ελάτε, ξενυχτήστε στα πένθιμα ντυμένοι, του Θεού μου οι λειτουργοί! Σταμάτησαν οι αναίμακτες θυσίες και οι σπονδές στο ναό του Θεού σας.
Σ’ εσένα, Κύριε, φωνάζω, γιατί ο καύσωνας έκαψε τα λιβάδια κι όλα τα δέντρα στα χωράφια τα καψάλιασε.
(Α) Λέει ο Κύριος, ο Θεός του σύμπαντος, ο Παντοκράτορας: «Σε όλες τις πλατείες θρήνοι θ’ ακούγονται και σ’ όλους τους δρόμους, θα φωνάζουν “αλίμονο, αλίμονο!” Θα προσκαλούν ακόμα κι εργάτες από τους αγρούς για να θρηνούνε με τους μοιρολογητές αντάμα.
Εκείνη την ημέρα ο κόσμος θα σας αναφέρει σαν παράδειγμα καταστροφής και θα μιλάει για σας με το δικό σας θρήνο: «Τελείως καταστραφήκαμε! Απαλλοτρίωσε ο Θεός τη χώρα του λαού του, κανείς δεν του τη δίνει πίσω· στους κατακτητές μας μοίρασε τα χωράφια μας».
Γι’ αυτό, εξαιτίας σας η Σιών θα οργωθεί σαν χωράφι· η Ιερουσαλήμ θα γίνει σωρός από λιθάρια κι ο λόφος του ναού θα σκεπαστεί από θάμνους.