Τότε κι ο Ιακώβ πήρε χλωρές βέργες από λεύκα, αμυγδαλιά και πλάτανο, τις ξεφλούδισε σε ορισμένα σημεία, για να φανεί το άσπρο,
Ιερεμίας 1:11 - Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Έπειτα ο Κύριος με ρώτησε: «Τι βλέπεις, Ιερεμία;» «Ένα κλαδί μυγδαλιάς», απάντησα. H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Λόγoς τoύ Kυρίoυ έγινε ακόμα σε μένα, λέγoντας: Tι βλέπεις εσύ, Iερεμία; Kαι είπα: Bλέπω μία αμυγδαλένια βακτηρία. Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Έπειτα ο Κύριος με ρώτησε: «Τι βλέπεις, Ιερεμία;» «Ένα κλαδί μυγδαλιάς», απάντησα. |
Τότε κι ο Ιακώβ πήρε χλωρές βέργες από λεύκα, αμυγδαλιά και πλάτανο, τις ξεφλούδισε σε ορισμένα σημεία, για να φανεί το άσπρο,
Έτσι θα είναι κι ο λόγος μου που βγαίνει απ’ το στόμα μου· πίσω δεν θα επιστρέψει σ’ εμένα αδειανός, χωρίς το θέλημά μου να εκτελέσει, χωρίς να εκπληρώσει την αποστολή που του ανέθεσα».
Τότε ο Κύριος με ρώτησε: «Τί βλέπεις, Ιερεμία;» «Σύκα», απάντησα. «Ετούτα εδώ είναι εξαιρετικά, αλλά εκείνα είναι πολύ χαλασμένα· δεν τρώγονται».
Γιατί όταν εγώ, ο Κύριος, μιλάω, ο λόγος αυτός θα εκπληρώνεται χωρίς χρονοτριβή. Αποστάτες, στις μέρες σας εγώ ό,τι πω θα το κάνω. Εγώ ο Κύριος, ο Θεός, το λέω».
Πες τους, λοιπόν: “ο Κύριος ο Θεός λέει: Δε θ’ αργήσει πια να εκπληρωθεί κανένας απ’ τους λόγους μου. Κάθε λόγος που λέω εγώ εκπληρώνεται. Εγώ ο Κύριος, ο Θεός, το λέω”».
Νάτην η ημέρα της κρίσεως, έρχεται· η καταδίκη καταφθάνει, το μαστίγιο ετοιμάστηκε. Η περηφάνεια φούντωσε.
Με ρώτησε: «Αμώς τι βλέπεις;» Κι απάντησα: «Ένα νήμα της στάθμης». Τότε ο Κύριος είπε: «Έλεγξα το λαό μου τον Ισραήλ και βρήκα πως δεν είναι ίσιος· μοιάζει γερμένος τοίχος. Κι άλλο δεν θα τον ανεχθώ.
«Τι βλέπεις, Αμώς;» με ρώτησε ο Κύριος. Κι εγώ απάντησα: «Βλέπω ένα καλάθι με φρούτα καλοκαιρινά». Τότε μου είπε ο Κύριος: «Ο λαός μου ο Ισραήλ είναι ώριμος για την κρίση. Δε θ’ αλλάξω πια γνώμη για την τιμωρία μου.
«Τι βλέπεις;» με ρώτησε. Κι εγώ απάντησα: «Βλέπω έναν ολόχρυσο λυχνοστάτη μ’ ένα δοχείο λαδιού πάνω του· το δοχείο έχει εφτά στόμια κι από το κάθε στόμιο ξεπροβάλλουν εφτά φυτίλια.
«Τι βλέπεις;» με ρώτησε ο άγγελος. Κι απάντησα: «Βλέπω ένα ξεδιπλωμένο βιβλίο που πετάει· το μήκος του είναι είκοσι πήχεις και το πλάτος του δέκα».