Διαδικτυακή Βίβλος

Διαφημίσεις


Ολόκληρη η Βίβλος Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη




Γένεσις 1:2 - Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Η γη όμως ήταν έρημη και ασχημάτιστη· ήταν σκοτάδι πάνω από την άβυσσο, και πάνω στα νερά έπνεε Πνεύμα Θεού.

Δείτε το κεφάλαιο

H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)

H δε γη ήταν άμορφη και έρημη· και σκοτάδι υπήρχε επάνω στο πρόσωπο της αβύσσου. Kαι Πνεύμα Θεού φερόταν επάνω στην επιφάνεια των νερών.

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Η γη όμως ήταν έρημη και ασχημάτιστη· ήταν σκοτάδι πάνω από την άβυσσο, και πάνω στα νερά έπνεε Πνεύμα Θεού.

Δείτε το κεφάλαιο



Γένεσις 1:2
17 Σταυροειδείς Αναφορές  

Όμως αυτά δεν είναι παρά ελάχιστα απ’ τα μεγάλα έργα του, που την ηχώ τους μόνο ακούσαμε αμυδρά. Μα το πραγματικό το μέγεθος της δύναμής του ποιος θα μπορέσει μες στο νου να το χωρέσει;


Αυτός πάνω από το κενό τον ουρανό τεντώνει, τη γη κρεμάει πάνω απ’ το τίποτα.


Εγώ την έντυσα με σύννεφα και τη σπαργάνωσα με ομίχλη.


Αινείτε τον Κύριο απ’ τη γη, θάλασσα, κήτη κι όλοι οι βυθοί!


Γεννήθηκα όταν ακόμα δεν υπήρχαν οι άβυσσοι, προτού να γίνουν οι πηγές, οι νερομάνες.


Σαν τα πουλιά που απλώνουν τα φτερά πάνω από τη φωλιά τους, έτσι κι εγώ, ο Κύριος του σύμπαντος, θα προστατέψω την Ιερουσαλήμ και θα την ελευθερώσω· θα τη σπλαχνιστώ και θα τη σώσω».


Ο Κύριος είν’ ο δημιουργός του ουρανού, αυτός είν’ ο Θεός. Τη γη έφτιαξε και τη σχημάτισε, αυτός τη στέριωσε, την έπλασε όχι για να ’ναι έρημη, μα για να κατοικείται. Αυτός είναι που λέει: «Εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει άλλος.


Κοιτώ τη γη: έρημη είναι κι ασχημάτιστη· κοιτώ τους ουρανούς: ούτ’ ένα αστέρι.


Αρπάξτε ασήμι, πορθητές, χρυσάφι αρπάξτε! Η πόλη είναι γεμάτη θησαυρούς, πληθώρα τα πολύτιμα αντικείμενα.


Γιατί ο Θεός που είπε μέσα από το σκοτάδι να λάμψει φως, αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας και μας φώτισε να γνωρίσουμε τη δόξα του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.


Σαν τον αετό, που προστατεύει τη φωλιά του, πετάει πάνω απ’ τα μικρά του και τα μαθαίνει να πετούν, τις φτερούγες του απλώνει, τα παίρνει, και τα σηκώνει στ’ απλωμένα του φτερά.