Η Σάρρα λοιπόν γέλασε κρυφά καθώς σκεφτόταν: «Αφού γέρασα, είναι δυνατό να έχω ορμές; Κι ο άντρας μου είναι κι αυτός γέροντας».
Α' Πέτρου 3:6 - Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) –όπως η Σάρρα, της οποίας είστε πραγματικοί απόγονοι, ήταν υπάκουη στον Αβραάμ και τον αποκαλούσε «κύριο»– συμπεριφέρονταν με καλοσύνη και δε φοβούνταν τίποτε. Περισσότερες εκδόσειςH Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Όπως η Σάρρα υπάκουσε στον Aβραάμ, αποκαλώντας τον κύριο· από την οποία εσείς γίνατε4 παιδιά της, οι οποίες αγαθοποιούσαν και χωρίς να φοβούνται καμία απειλή. Νεοελληνική Μετάφραση Λόγου όπως η Σάρρα, για παράδειγμα, η οποία υποτάχτηκε στον Αβραάμ αποκαλώντας τον κύριο, και της οποίας εσείς είστε τώρα απόγονοι ― κάνοντας αυτό που έπρεπε κι έτσι δεν είχαν να φοβηθούν τίποτε. Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού κατά νεοελληνικήν απόδοσιν ὅπως ἡ Σάρρα ὑπήκουε εἰς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν ὠνόμαζε κύριον. Καὶ εἶσθε τώρα παιδιά της ἐὰν κάνετε τὸ καλὸν καὶ δὲν δοκιμάζετε κανένα φόβον. Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) –όπως η Σάρρα, της οποίας είστε πραγματικοί απόγονοι, ήταν υπάκουη στον Αβραάμ και τον αποκαλούσε «κύριο»– συμπεριφέρονταν με καλοσύνη και δε φοβούνταν τίποτε. Textus Receptus (Scrivener 1894) ως σαρρα υπηκουσεν τω αβρααμ κυριον αυτον καλουσα ης εγενηθητε τεκνα αγαθοποιουσαι και μη φοβουμεναι μηδεμιαν πτοησιν Textus Receptus (Elzevir 1624) ως σαρρα υπηκουσεν τω αβρααμ κυριον αυτον καλουσα ης εγενηθητε τεκνα αγαθοποιουσαι και μη φοβουμεναι μηδεμιαν πτοησιν |
Η Σάρρα λοιπόν γέλασε κρυφά καθώς σκεφτόταν: «Αφού γέρασα, είναι δυνατό να έχω ορμές; Κι ο άντρας μου είναι κι αυτός γέροντας».
Η Σάρρα αρνήθηκε και είπε: «Δε γέλασα» –γιατί φοβήθηκε. Αλλά κείνος της είπε: «Κι όμως, γέλασες».
»Μπροστά σε ποιον δειλιάσατε, ποιον φοβηθήκατε για να με απαρνηθείτε; Επειδή εγώ τόσον καιρό έμεινα σιωπηλός, γι’ αυτό και πάψατε να με φοβάστε· δεν είν’ έτσι;
Τότε ο Πέτρος και ο Ιωάννης τους αποκρίθηκαν: «Αποφασίστε μόνοι σας αν είναι σωστό ενώπιον του Θεού, ν’ ακούμε περισσότερο εσάς παρά το Θεό.
Όταν άρχισε να φωτίζει, η γυναίκα ήρθε κι έπεσε στην πόρτα του σπιτιού του γέροντα, όπου βρισκόταν ο άντρας της· κι έμεινε εκεί, ώσπου ξημέρωσε καλά.