Με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί σου, ώσπου να ξαναγυρίσεις στη γη από την οποία προήλθες, γιατί χώμα είσαι, και στο χώμα θα επιστρέψεις».
Παροιμίαι 12:11 - Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Όποιος εργάζεται τη γη του, χορταίνει το ψωμί· μα όποιος πράγματα γυρεύει μάταια, είν’ ανόητος. H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Aυτός πoυ εργάζεται τη γη τoυ, θα χoρτάσει ψωμί· ενώ αυτός πoυ ακoλoυθεί τoυς ματαιόφρoνες, είναι χωρίς μυαλό. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Όποιος εργάζεται τη γη του, χορταίνει το ψωμί· μα όποιος πράγματα γυρεύει μάταια, είν’ ανόητος. |
Με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί σου, ώσπου να ξαναγυρίσεις στη γη από την οποία προήλθες, γιατί χώμα είσαι, και στο χώμα θα επιστρέψεις».
Όποιος πηγαίνει με σοφούς μαζί, σοφός θα γίνει· μα όποιος σ’ ανόητων συντροφιές συχνάζει, θα χαθεί.
Τα άγονα χωράφια των φτωχών πολλή τροφή παράγουν· κι όμως πολλοί απ’ αυτούς καταστρέφονται, γιατί το δίκιο τους περιφρονείται απ’ τους πλουσίους.
Κάθε κουραστική εργασία φέρνει αφθονία, ενώ οι φλύαρες κουβέντες μονάχα στην ανέχεια οδηγούν.
Εκεί που βόδια δεν υπάρχουν, το αμπάρι μένει αδειανό· τα γερά βόδια είναι που φέρνουν τον άφθονο καλό καρπό.
Τον ύπνο μην τον αγαπάς αν θες να μη φτωχύνεις· κράτα ανοιχτά τα μάτια σου και θα χορτάσεις το ψωμί.
Τις γίδες γάλα να σου δίνουν άφθονο, τροφή για σένα και για τους δικούς σου, και για των υπηρετριών σου τη συντήρηση.
Όποιος καλλιεργεί τη γη του, θα χορτάσει το ψωμί· μα όποιος αυταπάτες κυνηγάει, θε να χορτάσει φτώχεια.
Όποιος μοιχεία διαπράττει είναι άμυαλος· είν’ ό,τι πρέπει για να καταστρέψει τη ζωή του.
Την ώρα που ένιωσα να σβήνω, θυμήθηκα εσένα, Κύριε· σ’ έφτασε τότε η προσευχή μου στον άγιο σου ναό.
Όποιος έκλεβε ας μην κλέβει πια, αλλά ας εργάζεται τίμια με τα δικά του χέρια, για να μπορεί να δίνει και σ’ όποιον έχει ανάγκη.
ούτε επιβαρύναμε κανέναν με τη διατροφή μας, αλλά εργαζόμασταν μέρα νύχτα με κόπο και μόχθο, για να μη γίνουμε βάρος σε κανέναν σας.
Έδωσαν, λοιπόν, στον Αβιμέλεχ εβδομήντα ασημένιους σίκλους από το ναό του Βάαλ-Βερίθ και μίσθωσε κάτι τυχοδιώκτες και άχρηστους τύπους, οι οποίοι έγιναν ακόλουθοί του.