Λένε πολλοί: «Ποιος θα μας δείξει το καλό; Χάθηκε, Κύριε, η χαρά που ’δινε η παρουσία σου».
Ιωήλ 1:12 - Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Ξεράθηκαν τ’ αμπέλια και μαραθήκαν οι συκιές· ροϊδιές και χουρμαδιές, μηλιές κι όλα τα καρποφόρα δέντρα ξεραθήκαν! Ναι, χάθηκε απ’ τους ανθρώπους η χαρά. H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) H άμπελος ξεράθηκε, και η συκιά μαράζωσε·3 η ροδιά, και ο φοίνικας, και η μηλιά, όλα τα δέντρα τού χωραφιού ξεράθηκαν· ώστε έφυγε η χαρά από τους γιους των ανθρώπων. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Ξεράθηκαν τ’ αμπέλια και μαραθήκαν οι συκιές· ροϊδιές και χουρμαδιές, μηλιές κι όλα τα καρποφόρα δέντρα ξεραθήκαν! Ναι, χάθηκε απ’ τους ανθρώπους η χαρά. |
Λένε πολλοί: «Ποιος θα μας δείξει το καλό; Χάθηκε, Κύριε, η χαρά που ’δινε η παρουσία σου».
Καθώς μηλιά μες στου δρυμού τα δέντρα, έτσι ο αγαπημένος μου στα παλικάρια ανάμεσα. Κάθισα στη σκιά του, όπως λαχτάρησα, κι είναι γλυκός στον ουρανίσκο μου ο καρπός του.
Τα νέα βλαστάρια σου παράδεισος από ροδιές με τους καρπούς τους πιο εκλεκτούς, αγριοστάφυλα και νάρδος.
Χάθηκε η χαρά κι η αγαλλίαση απ’ τους αγρούς τους καρποφόρους, κι ούτε τραγούδια πια μέσα στ’ αμπέλια, ούτε χαρές· οι εργάτες δεν πατάνε πια στα πατητήρια τα σταφύλια, έπαψαν οι χαρούμενες φωνές.
Θρηνούν στους δρόμους· δεν υπάρχει πια κρασί, κάθε ευθυμία χάθηκε. Έφυγε η χαρά απ’ τη χώρα.
Διότι σύντριψες το βαρύ ζυγό τους και το ραβδί που χτύπαγε τους ώμους τους, το μαστίγιο του δυνάστη τους, καθώς τότε που νίκησες το λαό της Μαδιάμ.
Ακούστε! Κραυγή ανεβαίνει απ’ τη Χωροναΐμ· ζητά βοήθεια. Καταστροφή μεγάλη και συντριμμός!
Χάθηκε η χαρά κι η ευφροσύνη από την καρποφόρο πεδιάδα της Μωάβ. Έπαψε να τρέχει από τα πατητήρια το κρασί. Κανένας δεν υπάρχει να πατήσει τα σταφύλια, έσβησαν οι χαρούμενες φωνές.
Τα χωράφια ερημώθηκαν, το έδαφος πενθεί, τα στάρια καταστράφηκαν, στέρεψε ο μούστος, δεν υπάρχει καινούργιο λάδι πια.
Μπροστά απ’ τα μάτια μας χάθηκε η τροφή μας, κι η ευφροσύνη κι η χαρά απ’ του Θεού μας το ναό.
Νωρίς όμως την άλλη μέρα το πρωί ο Θεός πρόσταξε ένα σκουλήκι ν’ αρχίσει να τρώει τις ρίζες του φυτού, κι έτσι το φυτό ξεράθηκε.
Οι αποθήκες είναι άδειες· τ’ αμπέλια, οι συκιές, οι ροδιές κι οι ελιές σας δεν καρποφόρησαν ακόμα. Αλλά από τη μέρα αυτή κι εμπρός εγώ θα σας ευλογήσω».
Θα εξολοθρέψω για χάρη σας τα βλαβερά έντομα για να μη σας καταστρέφουν τους καρπούς της γης και να μη μένουν τ’ αμπέλια σας χωρίς σταφύλια.
Έφτασαν ως την κοιλάδα Εσκώλ, όπου έκοψαν μια κληματόβεργα με ένα τσαμπί σταφύλι που το σήκωναν δύο, περασμένο σ’ ένα ξύλο. Έκοψαν επίσης ρόδια και σύκα.