Τότε πια θα ’παυε ο Θεός να με χτυπά και δε θα τον φοβόμουν,
Aς απoμακρύνει τη ράβδο τoυ από μένα· και o φόβoς τoυ ας μη με εκπλήττει·
Δε σας τρομάζει η μεγαλοσύνη του; ο φόβος του δε σας ταράζει;
Γι’ αυτό με παραλύει η παρουσία του κι όσο το συλλογίζομαι πιότερο τον φοβάμαι.
Με τρόμαζε η τιμωρία του Θεού· μπρος στη μεγαλοσύνη του ν’ αντέξω δεν μπορούσα.
Λοιπόν, δεν έχεις λόγο ν’ αγωνιάς, δεν πρόκειται να σε κατατροπώσω!
Μπροστά σ’ αυτά τρομάζει κι η καρδιά μου και δυνατά χτυπά.