Υπάρχει λόγος να με βασανίζεις; Να ’χεις στην καταφρόνια το έργο που δημιούργησες και να ευνοείς τα σχέδια των ασεβών;
Ιώβ 40:8 - Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Θέλεις στ’ αλήθεια ν’ αποδείξεις πως είμαι άδικος, πως εγώ κάνω λάθος κι εσύ λες το σωστό; H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Θα αναιρέσεις, άραγε, την κρίση μoυ; Θα με καταδικάσεις, για να δικαιωθείς; Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Θέλεις στ’ αλήθεια ν’ αποδείξεις πως είμαι άδικος, πως εγώ κάνω λάθος κι εσύ λες το σωστό; |
Υπάρχει λόγος να με βασανίζεις; Να ’χεις στην καταφρόνια το έργο που δημιούργησες και να ευνοείς τα σχέδια των ασεβών;
Αφού καλά το ξέρεις πως δεν είμαι ένοχος και πως κανένας δεν μπορεί από τα χέρια σου να με γλιτώσει.
Τότε οι τρεις εκείνοι άντρες έπαψαν ν’ απαντούν στον Ιώβ, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του δίκαιο.
Θύμωσε όμως ο Ελιού, γιος του Βαραχιήλ κι απόγονος του Βουζ, από την οικογένεια του Ραμ, γιατί ο Ιώβ είχε φτάσει να θεωρεί τον εαυτό του πιο δίκαιον κι από το Θεό.
Κατηγορείς εσύ το Θεό, τον δίκαιο και το μεγάλο; νομίζεις πως το δίκιο το εχθρεύεται; Πώς τότε θα ’ταν δυνατό να κυβερνάει τον κόσμο;
Ο Κύριος του σύμπαντος πήρε αυτή την απόφαση· να τη ματαιώσει ποιος μπορεί; Το χέρι του το ’χει τεντώσει κι απειλεί· ποιος θα μπορέσει να τον αποτρέψει;
Η συνθήκη σας με το θάνατο θ’ ακυρωθεί· η συμφωνία σας με τον άδη δε θ’ αντέξει. Όταν περάσει η μάστιγα η καταστροφική, θα σας σαρώσει.
»Μάζεψε εσύ ό,τι κρατάς στη μνήμη σου κι έλα μαζί για να κριθούμε· λογάριασε εσύ, και παρουσίασε ό,τι μπορείς για να δικαιωθείς.
Αλίμονο σ’ εκείνον που το δημιουργό του μάχεται, ενώ είν’ όστρακο απ’ τον πηλό της γης. Κανένα βάζο πήλινο τον κεραμέα του δε ρωτάει, γιατί το κατασκεύασε, ούτε κανένα έργο του τον ρωτάει αν έχει χέρια επιδέξια.
Όχι, βέβαια! Αντίθετα, ο Θεός κρατάει το λόγο του, ακόμη κι αν όλοι οι άνθρωποι τον αθετήσουν, όπως το λέει και η Γραφή: Θα δικαιωθείς για όσα έχεις πει και θα νικήσεις κάθε επικριτή σου.
Θα χρησιμοποιήσω ένα ανθρώπινο παράδειγμα, αδερφοί μου. Κανένας βέβαια δεν μπορεί ν’ ακυρώσει μιαν έγκυρη ανθρώπινη διαθήκη ή να προσθέσει κάτι σ’ αυτήν.
Να τι θέλω να πω: Αυτή τη διαθήκη που την επικύρωσε προηγουμένως ο Θεός και αναφερόταν στο πρόσωπο του Χριστού, δεν μπορεί ο νόμος, που ήρθε ύστερα από τετρακόσια τριάντα χρόνια, να την ακυρώσει, καταργώντας έτσι τις υποσχέσεις του Θεού.