Μονάχα ο άνθρωπος χτυπάει το γρανιτένιο βράχο κι αναποδογυρίζει απ’ τα συθέμελά τους τα βουνά.
Aπλώνει τo χέρι τoυ επάνω στoν σκληρό βράχo· ανατρέπει τα βoυνά από τη ρίζα.
Στοές ανοίγει μες στους βράχους κι ανακαλύπτει κάθε τι πολύτιμο το μάτι του.
Περήφανα θηρία δεν τα πάτησαν, δεν τα περπάτησε λιοντάρι.
Ξάφνου, χωρίς να το ’χει πει, μετατοπίζει τα βουνά· και πάνω στο θυμό του τ’ αναποδογυρίζει.