»Τα χέρια τα δικά σου με σχημάτισαν και μ’ έπλασαν· και τώρα αυτά τα ίδια σου τα χέρια ζητάνε να με καταστρέψουν;
Tα χέρια σoυ με μόρφωσαν, και oλόκληρoν με έπλασαν, oλόγυρα· και με καταστρέφεις.
Υπάρχει λόγος να με βασανίζεις; Να ’χεις στην καταφρόνια το έργο που δημιούργησες και να ευνοείς τα σχέδια των ασεβών;
Ποιος είναι που θα μ’ αποδείξει ένοχο; Τότ’ εγώ θα σωπάσω και το θάνατο θα δεχτώ.
Το ξέρω πως στο θάνατο με φέρνεις, στον τόπο της συνάντησης όλων των ζωντανών.
Αυτός με τον ανεμοστρόβιλο με συντρίβει, και δίχως λόγο μού πληθαίνει τις πληγές·
όλους αυτούς που φέρουν τ’ όνομά μου, που για τη δόξα μου τους έφτιαξα, τους έπλασα και τους σχημάτισα».