Καθώς το γάλα μ’ έχυσες, και με σχημάτισες έτσι όπως πήζουν το τυρί.
Δεν με άρμεξες σαν γάλα, και με έπηξες σαν τυρί;
Με ύφανες με κόκαλα και τένοντες και μ’ έντυσες με σάρκα και με δέρμα.
Θυμήσου, σε παρακαλώ, πως από χώμα μ’ έπλασες· και τώρα θέλεις πάλι να με κάνεις χώμα;