Τότε ο Αβεσσαλώμ έδωσε στους ανθρώπους του διαταγή: «Προσέξτε», τους είπε· «όταν ο Αμνών έρθει στο κέφι από το κρασί και σας πω, “χτυπήστε τον”, τότε θα τον σκοτώσετε. Μη φοβηθείτε. Εγώ δε διατάζω; Πάρτε, λοιπόν, θάρρος και φανείτε γενναίοι».
Ιώβ 1:18 - Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Ενώ και αυτός μιλούσε ακόμη, έρχεται κι άλλος αγγελιοφόρος και λέει: «Οι γιοι σου και οι θυγατέρες σου έτρωγαν κι έπιναν στο σπίτι του μεγαλύτερου αδερφού τους. H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) Eνώ αυτός ακόμα μιλoύσε, ήρθε και ένας άλλoς, και είπε: Oι γιoι σoυ και oι θυγατέρες σoυ έτρωγαν και έπιναν κρασί στo σπίτι τoύ πρωτότoκoυ αδελφoύ τoυς· Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Ενώ και αυτός μιλούσε ακόμη, έρχεται κι άλλος αγγελιοφόρος και λέει: «Οι γιοι σου και οι θυγατέρες σου έτρωγαν κι έπιναν στο σπίτι του μεγαλύτερου αδερφού τους. |
Τότε ο Αβεσσαλώμ έδωσε στους ανθρώπους του διαταγή: «Προσέξτε», τους είπε· «όταν ο Αμνών έρθει στο κέφι από το κρασί και σας πω, “χτυπήστε τον”, τότε θα τον σκοτώσετε. Μη φοβηθείτε. Εγώ δε διατάζω; Πάρτε, λοιπόν, θάρρος και φανείτε γενναίοι».
Μια μέρα που οι γιοι και οι κόρες του Ιώβ έτρωγαν κι έπιναν στο σπίτι του μεγαλύτερου αδερφού τους,
Ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, έρχεται κι άλλος και του λέει: «Τρεις ομάδες Χαλδαίων ρίχτηκαν στις καμήλες και τις άρπαξαν! Σκότωσαν τους δούλους σου με τα ξίφη τους και μονάχα εγώ κατάφερα να γλιτώσω για να σου φέρω τα νέα».
Ξαφνικά φύσηξε άνεμος δυνατός από την άλλη άκρη της ερήμου, χτύπησε το σπίτι από παντού και το γκρέμισε! Τα παιδιά πλακώθηκαν στα ερείπια και σκοτώθηκαν και μόνο εγώ κατάφερα να γλιτώσω για να σου φέρω τα νέα».
Οι γιοι του συνήθιζαν να πηγαίνουν ο ένας στο σπίτι του άλλου όπου έδιναν συμπόσια, καθένας με τη σειρά του. Έστελναν και καλούσαν και τις τρεις αδερφές τους να φάνε και να πιουν μαζί τους.
Πληγές μού προξενεί τη μια πάνω στην άλλη, σαν τον πολεμιστή όπου στα τείχη ορμά ρωγμές ν’ ανοίξει.
Μ’ όλο που προσπαθώ τους στεναγμούς μου να τους πνίξω, δεν μπορώ στον εαυτό μου να επιβληθώ.
Όσο πολλά κι αν είναι τα παιδιά του, στον πόλεμο θα σκοτωθούν· και το ψωμί η γενιά του δεν θα το χορτάσει.
Τα ίδια συμβαίνουν σε όλους. Η ίδια κατάληξη περιμένει τον δίκαιο και τον ασεβή, τον καλό και τον κακό, αυτόν που προσφέρει θυσίες κι αυτόν που δεν προσφέρει. Ο αγαθός, που ορκίζεται άφοβα κι ο αμαρτωλός, που φοβάται τον όρκο, έχουν όλοι την ίδια τύχη.
Κάθε φορά που θα περνάει, θα πέφτει απάνω σας. Θα περνάει κάθε πρωί, μέρα και νύχτα· ακόμα και το άκουσμά της θα ’ναι τρομακτικό.
Ο ένας ταχυδρόμος τρέχει πίσω από τον άλλον, ο ένας αγγελιοφόρος ακολουθεί τον άλλο, για ν’ αναγγείλουν στο βασιλιά της Βαβυλώνας πως η πόλη κυριεύθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη!
Κράζει προς τους διαβάτες: «Αχ, όλοι εσείς, κοιτάξτε με και πέστε αν υπάρχει πόνος σαν το δικό μου πόνο, που μου εδόθη, και που μ’ αυτόν ο Κύριος με βασάνισε τη μέρα της φοβερής του οργής.