Ο Ιωσίας εξαφάνισε όλα τα είδωλα των ξένων θεών απ’ όλες τις περιοχές των Ισραηλιτών και υποχρέωσε όλους όσοι βρίσκονταν στο έδαφος του Ισραήλ να λατρεύουν τον Κύριο, το Θεό τους. Κι όσο ζούσε ο Ιωσίας, οι Ισραηλίτες δεν απαρνήθηκαν τον Κύριο, το Θεό των προγόνων τους.
Την έστειλα ενάντια σ’ ένα έθνος ασεβών, την πρόσταξα να πορευτεί ενάντια στο λαό που μ’ εξοργίζει, για να μαζέψει λάφυρα, να τον λεηλατήσει, να τον ποδοπατήσει καθώς τη λασπουριά του δρόμου.
Ο Κύριος λέει: «Ο λαός αυτός με το στόμα του με πλησιάζει, και με τα χείλη του με τιμάει, ενώ η καρδιά του βρίσκεται μακριά από μένα· με σέβονται σύμφωνα με ανθρώπινες εντολές που έχουν μάθει.
Επέστρεψαν στις ανομίες των προπατόρων τους, που είχαν αρνηθεί να υπακούσουν τα λόγια μου. Έτσι κι αυτοί ακολούθησαν άλλους θεούς και τους λάτρεψαν. Οι Ισραηλίτες και οι κάτοικοι του Ιούδα παρέβηκαν τη διαθήκη μου που είχα συνάψει με τους προγόνους τους».
Μακάρι να ’χα μες στην έρημο ταξιδιωτών κατάλυμα, ώστε να εγκαταλείψω το λαό μου και ν’ απομακρυνθώ απ’ αυτόν, γιατί όλοι τους είναι μοιχοί, συνάθροιση απίστων.
Δεν είναι ειλικρινείς όταν φωνάζουν να τους βοηθήσω. Πέφτουνε κάτω και θρηνούν, σκίζουν τις σάρκες τους με την ελπίδα να εισακουστούν οι προσευχές τους για σιτάρι και κρασί, μα συνεχίζουνε την ανταρσία εναντίον μου.
»Έστειλα την κάψα του λίβα και μούχλα στα σιτηρά σας· τους κήπους και τ’ αμπέλια σας τα ξέρανα· η ακρίδα αφάνισε και τις συκιές και τις ελιές σας. Κι όμως εσείς σ’ εμένα δε γυρίσατε.
Ο λαός του Ιούδα αθέτησαν την υπόσχεσή τους στο Θεό και έκαναν βδελυρές πράξεις στην Ιερουσαλήμ και σ’ όλη τη χώρα του Ισραήλ. Βεβήλωσαν ό,τι ανήκει στον Κύριο και ό,τι αγαπάει ο Κύριος. Οι άντρες έχουν πάρει γυναίκες που λατρεύουν ξένους θεούς.