Διαδικτυακή Βίβλος

Διαφημίσεις


Ολόκληρη η Βίβλος Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη




Θρῆνοι 1:20 - Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Κοίταξε, Κύριε, πόσο πολύ υποφέρω· φλογίζονται τα σπλάχνα μου, μέσα μου αναταράζεται η καρδιά μου, τόσο πολύ που σου εναντιώθηκα. Έξω αφανίζει τα παιδιά μου το ξίφος, και μέσα το θανατικό.

Δείτε το κεφάλαιο

H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos)

Kύριε, δες, επειδή θλίβoμαι· τα εντόσθιά μoυ ταράζoνται, η καρδιά μoυ ανακατεύεται μέσα μoυ, επειδή απoστάτησα πάρα πoλύ· απέξω, ατέκνωσε η μάχαιρα· μέσα στo σπίτι, o θάνατoς.

Δείτε το κεφάλαιο

Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Κοίταξε, Κύριε, πόσο πολύ υποφέρω· φλογίζονται τα σπλάχνα μου, μέσα μου αναταράζεται η καρδιά μου, τόσο πολύ που σου εναντιώθηκα. Έξω αφανίζει τα παιδιά μου το ξίφος, και μέσα το θανατικό.

Δείτε το κεφάλαιο



Θρῆνοι 1:20
32 Σταυροειδείς Αναφορές  

Αναταράζονται τα σπλάχνα μου, στιγμή δεν ησυχάζουν· δύστυχες μέρες μ’ ηύραν αναπάντεχα.


Τότε αυτός ομολογεί δημόσια και λέει: «Αμάρτησα! Το σωστό δεν το ’πραξα, μα δεν μου το ανταπέδωσε ο Θεός.


Όποιος τις αμαρτίες του κρύβει δεν θα μπορέσει να προκόψει· μα όποιος τις ομολογεί και τις εγκαταλείπει, αυτός θα ελεηθεί.


Γι’ αυτό η καρδιά μου τρέμει για τη Μωάβ σαν της κιθάρας τις χορδές, τα σωθικά μου τρέμουν για την Κιρ-Αρές.


Κραυγές αφήνω πόνου σαν το χελιδόνι, και σαν το περιστέρι στεναγμούς· τα μάτια μου κουράστηκαν στον ουρανό να βλέπω. Κύριε, βρίσκομαι σε απόγνωση· γίνε μου εσύ βοηθός.


Βγαίνω στην πεδιάδα, βλέπω τους σκοτωμένους στον πόλεμο· μπαίνω στην πόλη, βλέπω τους νεκρούς από την πείνα. Ακόμα κι οι προφήτες και οι ιερείς τριγυρίζουν αδιάφοροι στη χώρα».


Αναγνωρίζουμε την ασέβειά μας και την ανομία των προγόνων μας· αμαρτήσαμε ενώπιόν σου.


Εσύ όμως λες: “είμαι αθώος. Ο Κύριος δεν είναι πια μαζί μου θυμωμένος”. Αλλά εγώ ο Κύριος θα σε κρίνω, γιατί ισχυρίζεσαι ότι δεν έχεις αμαρτήσει».


Μονάχα παραδέξου την ανομία σου, ότι απίστησες σ’ εμένα, τον Κύριο, το Θεό σου· στους ξένους παραδόθηκες θεούς κάτω από κάθε σκιερό δέντρο, και δεν υπάκουσες στις εντολές μου”».


»Ο Εφραΐμ είναι ο πολυαγαπημένος μου γιος, το χαϊδεμένο μου παιδί», λέει ο Κύριος. «Κάθε φορά που τον τιμωρώ εξακολουθώ να τον σκέφτομαι. Γι’ αυτό η καρδιά μου χτυπάει τόσο δυνατά γι’ αυτόν. Πάντα θα τον σπλαχνίζομαι».


Τα σωθικά μου! Πονούν τα σωθικά μου! Σφαδάζω από τον πόνο! Η καρδιά μου πάει να σπάσει· δεν μπορώ να σωπάσω, γιατί άκουσα τον ήχο της σάλπιγγας, την πολεμική ιαχή.


Γι’ αυτό η καρδιά μου θα θρηνήσει για τους κατοίκους της Μωάβ και για τους άντρες της Κιρ-Χέρες, όπως αυτός που στη φλογέρα παίζει θρηνητικό σκοπό· γιατί όλοι οι θησαυροί που είχαν αποχτήσει οι Μωαβίτες, χάθηκαν.


Αναστενάζουν όλοι της οι κάτοικοι, ψωμί ζητούν· δίνουνε τα στολίδια τους, για να ’βρουν τροφή, έτσι που στη ζωή να κρατηθούνε. Η πόλη φωνάζει: «Κύριε, κοίταξε, δες πόσο είμαι καταφρονεμένη!»


«Ο Κύριος έχει δίκιο που έτσι μου φέρεται, γιατί εναντιώθηκα στους λόγους του. Ακούστε όμως όλοι εσείς εδώ οι λαοί, κοιτάξτε με στον πόνο μου. Οι κοπελιές μου και τα παλικάρια μου φύγαν για την αιχμαλωσία.


Η Ιερουσαλήμ αμάρτησε πολύ, γι’ αυτό κι έγινε καταγέλαστη. Όλοι όσοι την εκτιμούσαν, τώρα την περιφρονούν, γιατί βλέπουν τη γύμνια της· κι αυτή αναστενάζει κι από την άλλη στρέφεται μεριά.


Το φόρεμά της φέρνει τα ίχνη της ντροπής της· τέτοιο τέλος δεν τό ’χε ποτέ φανταστεί. Έπεσε τόσο χαμηλά, χωρίς ούτ’ ένας να βρεθεί να την παρηγορήσει. Φωνάζει η πόλη: «Κύριε, δες τη θλίψη μου· άκου τον πώς καυχιέται ο εχθρός μου!»


Τα μάτια μου μαράθηκαν από τα δάκρυα, αναταράχτηκαν τα σπλάχνα μου, δεν μπορώ να κρύψω την απελπισία μου μπρος στου λαού μου την κατάρρευση, ενώ πεθαίνουνε τα βρέφη και τα νήπια στης πολιτείας τα σοκάκια.


Της δόξας το στεφάνι έπεσε απ’ το κεφάλι μας· αλίμονο σε μας, γιατί αμαρτήσαμε!


Ο πόλεμος θερίζει έξω στους δρόμους, μέσα στα σπίτια η πείνα και το θανατικό. Όποιος είναι στον κάμπο θα σκοτωθεί στη μάχη κι όποιος είναι στην πόλη θα υποκύψει απ’ την πείνα και τις αρρώστιες.


»Πώς θα μπορούσα να σ’ εγκαταλείψω, Εφραΐμ; Πώς θα μπορούσα να σε καταστρέψω, όπως την Αδαμά, ή να σε κάνω όπως έκανα τη Σεβωίμ; Ραγίζει η καρδιά μου όταν το σκέφτομαι· πονώ για σας.


Όταν ο Κύριος μ’ έκανε να τα δω όλα αυτά, με συνεπήρε τρόμος· σαν άκουσα αυτή τη δυνατή φωνή τα χείλη μου άρχισαν να τρεμοπαίζουν· τα γόνατά μου λύγισαν κι όλο το σώμα μου διαλύθηκε. Ακόμα πρέπει να περιμένω ακίνητος τη μέρα που καταστροφή θα φέρει στο λαό που μας επιτίθεται.


Έξω το ξίφος θα θερίζει και μέσα ο τρόμος τους νέους και τις νέες θα σκοτώνει, τα βρέφη και τους γέροντες.