Β' Χρονικών 29:6 - Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)
Οι πατεράδες μας ασέβησαν και έπραξαν ό,τι δυσαρεστεί τον Κύριο το Θεό μας. Τον εγκατέλειψαν, αδιαφόρησαν για την κατοικία του και του γύρισαν τα νώτα.
Eπειδή, oι πατέρες μας παρανόμησαν, και έπραξαν πoνηρά μπρoστά στoν Kύριo τoν Θεό μας, και τoν εγκατέλειψαν, και απέστρεψαν τα πρόσωπά τoυς από τo κατoικητήριo τoυ Kυρίoυ, και γύρισαν τις πλάτες·
Οι πατεράδες μας ασέβησαν και έπραξαν ό,τι δυσαρεστεί τον Κύριο το Θεό μας. Τον εγκατέλειψαν, αδιαφόρησαν για την κατοικία του και του γύρισαν τα νώτα.
«Πηγαίνετε», τους είπε, «και ρωτήστε τον Κύριο για μένα και γι’ αυτούς που απέμειναν από το λαό του Ισραήλ και του Ιούδα, σχετικά με τα λόγια αυτού του βιβλίου που βρήκατε. Πραγματικά, θα πρέπει να είναι μεγάλη η οργή του Κυρίου εναντίον μας, γιατί οι πρόγονοί μας δεν έδωσαν σημασία στο λόγο του Κυρίου και δεν εφάρμοσαν τα γραμμένα σ’ αυτό το βιβλίο».
Αλλά επειδή οι πρόγονοί μας εξόργισαν το Θεό του ουρανού, αυτός τους παρέδωσε στην εξουσία του Ναβουχοδονόσορ της Βαβυλώνας, βασιλιά της δυναστείας των Χαλδαίων. Αυτός κατέστρεψε εκείνον το ναό και πήρε το λαό αιχμάλωτο στη Βαβυλώνα.
Από τον καιρό των προγόνων μας μέχρι σήμερα, η ενοχή μας ήταν πάντα μεγάλη. Εξαιτίας των ανομιών μας ο λαός μας, οι βασιλιάδες μας και οι ιερείς μας παραδοθήκαμε στην εξουσία των βασιλιάδων των χωρών αυτών. Και μέχρι σήμερα μας κατέσφαζαν, μας είχαν αιχμαλώτους, μας λεηλατούσαν και μας εξευτέλιζαν.
Στρέψε, λοιπόν, το βλέμμα σου σ’ εμένα το δούλο σου κι άκουσε προσεκτικά την προσευχή που μέρα και νύχτα τώρα σου απευθύνω για μας τους Ισραηλίτες, τους δούλους σου, και σου ζητώ συγχώρηση για τις αμαρτίες που έχουμε διαπράξει. Πραγματικά, κι εγώ και οι πρόγονοί μου αμαρτήσαμε.
»Και τώρα, Θεέ μας, Θεέ μεγάλε, Θεέ ισχυρέ και φοβερέ, εσύ που αξιόπιστα τηρείς τη διαθήκη σου και εκδηλώνεις την αγάπη σου, μην παραβλέψεις σαν ασήμαντες όλες εκείνες τις ταλαιπωρίες που βρήκανε εμάς, τους βασιλιάδες μας, τους άρχοντές μας, τους ιερείς μας, τους προφήτες μας, τους προγόνους μας, όλο το λαό σου, από την εποχή που μας καταπίεζαν οι βασιλιάδες της Ασσυρίας μέχρι και σήμερα.
Οι βασιλιάδες μας, οι άρχοντές μας, οι ιερείς μας και οι πρόγονοί μας δεν τήρησαν το νόμο σου, κι αδιαφορήσαν για τις εντολές σου και για τις νουθεσίες σου.
Κύριε, εσύ μου δίνεις δύναμη, με προστατεύεις και σ’ εσένα καταφεύγω όταν θλίβομαι. Σ’ εσένα θα ’ρθουν οι λαοί από τα πέρατα της γης και θα πουν: «Βέβαια, οι θεοί που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ψεύτικα, μάταια κι άχρηστα είδωλα.
«Διπλή αμαρτία έκανε ο λαός μου: Εμένα εγκατέλειψαν, πηγή τρεχούμενου νερού, και σκάψαν να ’χουνε δεξαμενές ρωγμές γεμάτες, που δεν μπορούν να συγκρατήσουν το νερό».
Λέτε στο ξύλο “εσύ είσαι πατέρας μας”, στην πέτρα “εσύ μας γέννησες”. Μου στρέψατε τα νώτα σας αντί για το πρόσωπό σας. Μα όταν σας βρούνε συμφορές, μού φωνάζετε “σήκω και σώσε μας!”
Ο Εζεκίας και οι κάτοικοι του Ιούδα δεν τον σκότωσαν. Υποτάχθηκαν στον Κύριο κι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τον ευχαριστήσουν. Τότε εκείνος μετάνιωσε για την καταστροφή που είχε εξαγγείλει εναντίον τους. Ενώ εμείς τώρα πάμε να κάνουμε ένα τόσο μεγάλο αμάρτημα σε βάρος μας!»
«Πράγματι το θυμίαμα που προσφέρατε στις πόλεις του βασιλείου του Ιούδα και στα σοκάκια της Ιερουσαλήμ εσείς κι οι πρόγονοί σας, οι βασιλιάδες σας, οι άρχοντές σας και οι κάτοικοι της χώρας, ο Κύριος δεν το ξέχασε· το έλαβε υπόψη του.
Τότε μ’ έφερε στην εσωτερική αυλή του ναού του Κυρίου κοντά στην κύρια πύλη του ναού μεταξύ του πρόναου και του θυσιαστηρίου. Εκεί ήταν περίπου είκοσι πέντε άντρες, με τα νώτα τους στραμμένα προς το ναό και τα πρόσωπά τους προς τα ανατολικά και προσκυνούσαν τον ήλιο την ώρα που ανέτελλε.
«Όποιος αγαπάει τον πατέρα του ή τη μάνα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιος για μαθητής μου. Κι όποιος αγαπάει το γιο του ή τη θυγατέρα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιος για μαθητής μου.