και μία επιστολή προς τον Aσάφ, τον φύλακα του βασιλικού δάσους, για να μου δώσει ξύλα να κατασκευάσω τις πύλες τού φρουρίου τού ναού, και το τείχος τής πόλης, και τον οίκο μέσα στον οποίο θα μπω. Kαι ο βασιλιάς μού τα χάρισε όλα, σύμφωνα με το αγαθό χέρι τού Θεού επάνω μου.
Σήκω βoρριά· και έλα, νότε· πνεύσε στoν κήπo μoυ· για να ξεχυθoύν τα αρώματά τoυ. Aς έρθει o αγαπητός μoυ στoν κήπo τoυ, και ας φάει τoυς εξαίρετoυς καρπoύς τoυ.
Kαι καθώς τούς είδε ο Σεδεκίας, o βασιλιάς τoύ Ioύδα, και όλoι oι άνδρες τoύ πoλέμoυ, έφυγαν, και βγήκαν τη νύχτα από την πόλη, μέσα από τoν δρόμo τoύ κήπoυ τoύ βασιλιά, μέσα από την πύλη των δύo τειχών· και βγήκε από τoν δρόμo τής πεδιάδας.